Συνεντεύξεις

“Γιατί η Γερμανία “επενδύει” στον Αλί Μπαμπατζάν για την μετά Ερντογάν εποχή;”

Του Δρα Δημ. Σταθακόπουλου / Τουρκολόγου/ Νομικού

Ο ρόλος της Γερμανίας στην ανάπτυξη της επιστήμης αυτής και γιατί σήμερα η   Γερμανία δείχνει να «επενδύει» στον Ali Babacan/ Αλί Μπαμπατζάν για την μετά Ερντογάν εποχή.

Ως  Τουρκολογία ( Turkology ή Turcology ) ορίζεται  ένα πλέγμα ανθρωπιστικών κοινωνικών επιστημών που μελετούν γλώσσες, ιστορία, λογοτεχνία, λαογραφία, πολιτισμό και εθνολογία των λαών που μιλούν Τουρκικές γλώσσες σε βάθος ιστορικού χρόνου.  Αυτό περιλαμβάνει εθνοτικές ομάδες από τους  Sakha  στην Ανατολική Σιβηρία έως τους Βαλκάνιους Μουσουλμάνους αυτοπροσδιοριζόμενους ως  Τούρκους, τους Gagauz στη Μολδαβία και φυσικά τους Πολίτες της σημερινής Τουρκίας.

     Η πρώτη έδρα Τουρκολογίας ιδρύθηκε το 1795 στο “Ecole des Languages ​​Orientales Vivantes” στο Παρίσι.  Ακολούθησαν ινστιτούτα Ανατολικών Σπουδών και Τουρκολογίας. Υπάρχουν πολλά επιστημονικά έργα, περιοδικά, άρθρα και δελτία που δημοσιεύθηκαν από τέτοια ινστιτούτα όπως στη Μόσχα (1814) στο Παρίσι (1821), στο Λονδίνο (1906), στη Γερμανία με την Türkische Bibliothek (1905-27) και τις ανακοινώσεις Οθωμανικής ιστορίας – Mitteilungen zur Osmanischen Geschichte (1921–26), το παλαιότερο πανεπιστήμιο της Ολλανδίας Leiden , πάμπολλα Κέντρα στις ΗΠΑ , τον κόσμο όλο και φυσικά στην Ελλάδα.

    Το Stiftung Mercator είναι ιδιωτικό και ανεξάρτητο ίδρυμα ( δεξαμενή σκέψης/ think tank ), που μέσα από το έργο του επιδιώκει μια ανοιχτή κοινωνία ( open society ) χαρακτηριζόμενη από αλληλεγγύη και ίσες ευκαιρίες. Σε αυτό το πλαίσιο επικεντρώνεται στην εκπαίδευση και βοήθεια  των μειονεκτούντων παιδιών και νέων – ιδίως εκείνων που προέρχονται από μετανάστες -, την κλιματική αλλαγή , καθώς και την προώθηση των ανθρωπιστικών επιστημών. Το Stiftung Mercator συμβολίζει τη σύνδεση μεταξύ ακαδημαϊκής και πρακτικής εμπειρίας έργου. Είναι ένα από τα κορυφαία ιδρύματα της Γερμανίας, που δραστηριοποιείται τόσο σε εθνικό όσο και σε διεθνές επίπεδο. ( στοιχεία σκοπού από το επίσημο site του ιδρύματοςhttps://www.stiftung-mercator.de/en/our-foundation/  )

     Το Κέντρο Εφαρμοσμένων Σπουδών για την Τουρκία ( CATS/ The Centre for Applied Turkey Studies ) χρηματοδοτείται από το προαναφερόμενο ίδρυμα Stiftung Mercator και το Γερμανικό Ομοσπονδιακό Γραφείο Εξωτερικών. Σύμφωνα με το site του CATS ( https://www.cats-network.eu/ ) οι προτεραιότητες έρευνάς  του είναι : Η σχέση της Τουρκίας με την Ευρώπη και την ΕΕ. Ο ρόλος της Τουρκίας στις προκλήσεις/ συγκρούσεις συμφερόντων του παγκόσμιου συστήματος. Η θέση της Τουρκίας στη Μέση Ανατολή και οι σχέσεις με τον Ισλαμικό κόσμο. Συνεργασίες της Τουρκίας με αναδυόμενες δυνάμεις, Κοινωνικές, πολιτικές και οικονομικές εξελίξεις στην Τουρκία. 

      Εκτελεστικός δ/ντής του CATS είναι ο καθηγ. Volker Perthes, που έχει υπάρξει Διευθυντής του Γερμανικού Ινστιτούτου Διεθνών σχέσεων και Ασφάλειας, Εκτελεστικός Πρόεδρος του Συμβουλίου SWP (Stiftung Wissenschaft und PolitikΓερμανικού Ινστιτούτου Διεθνών Υποθέσεων και Ασφάλειας https://www.swp-berlin.org/ ) που συμβουλεύει τη Γερμανική Κυβέρνηση και τη Bundestag, καθώς και διεθνείς οργανισμούς όπως η Ε.Ε, το ΝΑΤΟ και ο ΟΗΕ. Ο καθηγ. Volker Perthes , έχει υπάρξει Πρόεδρος της ειδικής ομάδας για την κατάπαυση του πυρός (CTF) της διεθνούς ομάδας υποστήριξης της Συρίας. Βοηθός Γενικός Γραμματέας του ΟΗΕ, Ανώτερος Σύμβουλος του Ειδικού Απεσταλμένου του ΟΗΕ για τη Συρία. Ανώτερος Ερευνητικός Συνεργάτης στο SWP, Προϊστάμενος του τμήματος Μέσης Ανατολής και Αφρικής, με εξειδίκευση στη Γερμανική και Ευρωπαϊκή εξωτερική πολιτική και την πολιτική ασφαλείας με Γεωπολιτική δυναμική, τους Διεθνείς Οργανισμούς, την Περιφερειακή δυναμική και αλλαγή στη Μέση Ανατολή.

   Μόλις ( Μάϊος 2020 )  δημοσιεύθηκε το παρακάτω κείμενο/ εκτίμηση/ πιθανολόγηση του Συνεργάτη του Κέντρου Εφαρμοσμένων Τουρκικών Σπουδών (CATS) στο SWP , Δρα Salim Çevik , το οποίο μετά από παράθεση στοιχείων της τρέχουσας  πολιτικής στην Τουρκία, πιθανολογεί πως η μετά Ερντογάν εποχή , ίσως ανήκει στον Αλί Μπαμπατζάν.

    Βέβαια πάντοτε τον τελευταίο λόγο έχει ο Τουρκικός λαός, η επιδεξιότητα του Τούρκου Προέδρου  αποδεδειγμένα ικανή ) και οι λοιπές πολιτικές εσωτερικές και εξωτερικές συγκυρίες. Όμως έχει τεράστια αξία να δούμε / γνωρίζουμε τι πιθανολογούν τα συμβουλευτικά Κέντρα της Γερμανίας και των διεθνών οργανισμών.

   Παρακάτω παραθέτω, για απλή ενημέρωσή σας, χωρίς οικειοποίηση οποιουδήποτε πνευματικού δικαιώματος  και άνευ υλικού ή ηθικού οφέλους μου, σε  Ελληνική απόδοση,  το πρωτότυπο κείμενο στην Αγγλική γλώσσα το οποίο μπορείτε να διαβάσετε εδώ:  https://www.swp-berlin.org/fileadmin/contents/products/comments/2020C22_PartiesTurkey.pdf

   Η μετάφραση δεν είναι ακριβώς σύμφωνη με το Ελληνικό συντακτικό , αφού επιλέχθηκε η αυτολεξεί απόδοσή της, προς αποφυγήν τυχόν παρανοήσεων, διατηρώντας το πνεύμα του Συντάκτη Δρα Salim Çevik.

    Σε κάθε περίπτωση , αυτονόητο είναι , πως μεταξύ πρωτότυπου κειμένου στην Αγγλική και της απόδοσης στην Ελληνική, υπερισχύει αποκλειστικά η Αγγλική.

         

Σχόλιο Νο 22, Μάϊος 2020

Ο Δρ Salim Çevik είναι συνεργάτης στο Κέντρο Εφαρμοσμένων Τουρκικών Σπουδών (CATS) στο SWP.

Το Κέντρο Εφαρμοσμένων Σπουδών για την Τουρκία (CATS) χρηματοδοτείται από τον Stiftung Mercator και το Γερμανικό Ομοσπονδιακό Γραφείο Εξωτερικών.

Νέα πολιτικά κόμματα και η αναδιαμόρφωση του πολιτικού τοπίου της Τουρκίας

     Η πρόσφατη εμφάνιση δύο διαχωριστικών κομμάτων από το Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (AKP) δείχνει μια βαθύτερη κρίση εντός του κόμματος και την αυξανόμενη δυσαρέσκεια απέναντι στον αρχηγό και πρόεδρο του κόμματος, Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν.

     Αν και οι ηγέτες των δύο νέων κομμάτων, ο Ali Babacan και ο Ahmet Davutoğlu, είναι και οι δύο πρώην υψηλόβαθμοι πολιτικοί του AKP, διαφέρουν σημαντικά στο στυλ της πολιτικής τους και στις ιδεολογικές τάσεις. Ο Μπαμπατζάν προσπαθεί να τοποθετηθεί στο κέντρο του ιδεολογικού φάσματος της Τουρκίας και να τονίσει θέματα χρηστής διακυβέρνησης και κράτους δικαίου. Ο Νταβούτογλου στοχεύει στους πιο συντηρητικούς ψηφοφόρους, εστιάζοντας στις ηθικές αδυναμίες του τρέχοντος καθεστώτος. Η στρατηγική του Davutoğlu έχει καλύτερες πιθανότητες βραχυπρόθεσμα, ενώ ο Babacan είναι έτοιμος για ένα μακρύ παιχνίδι. Η σημασία και των δύο κομμάτων βασίζεται στο δυναμικό τους να προσελκύουν ψήφους από τη βάση του AKP. Σε μια χώρα που είναι βαθιά χωρισμένη σε δύο στρατόπεδα – σχεδόν ίσου μεγέθους –  που υποστηρίζουν τον Ερντογάν αλλά και του αντιτίθενται, ακόμη και ένα μικρό μέρος των ψήφων που μετατοπίζονται από το AKP στην αντιπολίτευση μπορεί να παίξει το παιχνίδι αλλαγής.

    Στις 11 Μαρτίου, ο πρώην αναπληρωτής πρωθυπουργός Ali Babacan ανακοίνωσε τη σύσταση του πολυαναμενόμενου κόμματος. Ο πρώην πρόεδρος Αμπντουλάχ Γκιούλ είναι γνωστό ότι υποστηρίζει  το νέο κόμμα, παρόλο που αυτός και οι στενοί του συνεργάτες δεν είχαν επίσημο ρόλο στη δημιουργία του. Το όνομα του κόμματος, DEVA («θεραπεία»), είναι επίσης το ακρωνύμιο του Κόμματος Δημοκρατίας και Προόδου. Νωρίτερα τον περασμένο Δεκέμβριο, ο πρώην Υπουργός Εξωτερικών (MFA) και αργότερα ο Πρωθυπουργός (PM) Αχμέτ Νταβούτογλου δημιούργησε το δικό του Future Party (GP). Και τα δύο κόμματα θα ανταγωνιστούν να κερδίσουν τον ψηφοφόρο που έχει απογοητευτεί από το AKP – μια ομάδα  ψηφοφόρων που αναπτύσσεται αργά αλλά σταθερά.

    Η έναρξη των νέων κομμάτων υπολείπεται των προσδοκιών,  όσον αφορά την αύξηση του ενδιαφέροντος του κοινού. Ιδιαίτερα το DEVA τράβηξε λίγη προσοχή την ημέρα της ίδρυσής του. Αυτό οφείλεται κυρίως στη δημόσια κόπωση, καθώς και στο ότι είχε αναβληθεί αρκετές φορές πέρυσι, η έναρξή του. Μόλις σχηματίστηκε επίσημα, το κόμμα θα μπορούσε να είχε προκαλέσει ενδιαφέρον, αλλά η επιδημία του Cov Sars 2  κυριάρχησε στη δημόσια συζήτηση και το DEVA εξαφανίστηκε από τα πρωτοσέλιδα.

    Ωστόσο, αυτά τα δύο κόμματα έχουν περισσότερες δυνατότητες από άλλα κόμματα της αντιπολίτευσης να προσελκύσουν ψήφους από τη βάση του AKP.

    Επί του παρόντος, το πολιτικό σύστημα κυριαρχείται από τον κυβερνώντα συντηρητικό-εθνικιστή ( sic ).

    Έχουμε λοιπόν , την  Λαϊκή Συμμαχία, αποτελούμενη από το AKP και το Κόμμα Εθνικιστικής Δράσης (MHP), και την αντίπαλή τους  Εθνική Συμμαχία, του κοσμικού Ρεπουμπλικανικού Λαϊκού Κόμματος (CHP) καθώς και του κεντρο-εθνικιστικού Καλού Κόμματος (IP).

    Η Εθνική Συμμαχία υποστηρίζεται από το Ισλαμικό Κόμμα Felicity (SP) και το φιλοκουρδικό Λαϊκό Δημοκρατικό Κόμμα (HDP) σε ad hoc βάση. Αυτό που ενώνει αυτά τα κόμματα είναι η αντίθεσή τους στον Ερντογάν και στο Προεδρικό σύστημα. Οι διαιρέσεις μεταξύ των συμμαχιών ήταν τόσο βαθιές που οι  ψήφοι κινήθηκαν εντός των συμμαχιών, αλλά σχεδόν ποτέ μεταξύ τους.

    Υπάρχουν δύο λόγοι για τους οποίους τα παλιά κόμματα της αντιπολίτευσης δεν μπορούν να αντλήσουν περισσότερη υποστήριξη από το AKP.

    Πρώτον , δεν φαίνεται να είναι ικανοί διαχειριστές.

   Δεύτερον, η χώρα είναι βαθιά διχασμένη σε θέματα ταυτότητας, κυρίως μεταξύ των κοσμικών και των συντηρητικών,  των Τούρκων εθνικιστών και του Κουρδικού πολιτικού κινήματος. Αυτή η πόλωση επέτρεψε στο AKP να παγιώσει τις ψήφους του, παρά τα αναδυόμενα προβλήματα διακυβέρνησης και οικονομίας.

    Ωστόσο, τα νέα κόμματα παρουσιάζουν μια κάποια επιλογή για τους απογοητευμένους υποστηρικτές του AKP. Τέτοιοι ψηφοφόροι μπορούν να αντιταχθούν στον Ερντογάν και να  φύγουν από το AKP,  χωρίς όμως να φύγουν από το συντηρητικό στρατόπεδο. Δεδομένου ότι ο Ερντογάν φτάνει μόνο μέχρι το απαιτούμενο όριο του 50%  των ψήφων στο νέο σύστημα , όντας και σε συμμαχία με το MHP, μια τέτοια  απώλεια ψήφων ( από τα δύο νέα κόμματα ), θα μπορούσε να είναι επιζήμια για τα σχέδια του Τούρκου Προέδρου. Αισθανόμενος τη σοβαρότητα της απειλής, ο Ερντογάν επιτίθεται έντονα και στα δύο αυτά μέρη.

Η Δυνατότητα των νέων μερών

    Στην Τουρκική πολιτική, τα αποσχιστικά κόμματα συνήθως δεν προσελκύουν σημαντικό αριθμό ψηφοφόρων. Παλαιότερα, αρκετά σημαντικά πρόσωπα, από όλο το πολιτικό φάσμα, είχαν  σχηματίσει νέα κόμματα , με πολλή φαντασία και όραμα, αλλά δεν κατάφεραν να προσελκύσουν ψηφοφόρους. 

    Εξαίρεση, ωστόσο, είναι το AKP, το οποίο ιδρύθηκε ως αποσχιστικό κόμμα από το παραδοσιακό Milli Görüs το 2001,  αναλαμβάνοντας δράση εντός ενός έτους από την ίδρυσή του. Αναμφισβήτητα, οι  τότε συνθήκες υπέρ του AKP ήταν  ιδιαίτερες και  δύσκολο να επαναληφθούν στις μέρες μας. Η επιτυχία του AKP ήταν αποτέλεσμα μιας σειράς οικονομικών και κυβερνητικών – κρατικές κρίσεων που δυσφήμησαν όλα τα μεγάλα πολιτικά κόμματα.

     Ένας λόγος από τους λόγους για τον οποίο δημιουργήθηκαν πρόσφατα , τόσο το DEVA,  όσο και το GP,  οφείλεται στην αυξημένη συνειδητοποίηση ότι η Τουρκία αντιμετωπίζει επί του παρόντος παρόμοιο πρόβλημα διακυβέρνησης, με πιθανότητα επιδείνωσης. Εν μέσω μιας επιδεινούμενης οικονομικής κρίσης, της καταστροφής της εξωτερικής πολιτικής της Συρίας, της τεράστιας εισροής προσφύγων και των αυξημένων κοινωνικών εντάσεων, τα ποσοστά αποδοχής του Ερντογάν μειώνονται.  Επιπλέον, οι αναποφάσιστοι  ψηφοφόροι αποτελούν πλέον το μεγαλύτερο «κόμμα».  Οι διαφωνίες του Μπαμπατζάν και του Νταβούτογλου με τον Ερντογάν πηγαίνουν πολλά χρόνια πίσω και ο τρέχων σχηματισμός των νέων κομμάτων συνδέεται στενά με αυτήν την παλιά κρίση. Έτσι, η μοίρα και των δύο μερών θα καθοριστεί περισσότερο από την απόδοση του Ερντογάν , παρά από τις δικές τους ενέργειες.

Πολιτικές  παρακαταθήκες  των δύο νέων υποψηφίων ηγετών

     Ως ανώτερα μέλη προηγούμενων κυβερνήσεων του AKP,  οι παρακαταθήκες  των δύο νέων υποψηφίων  ηγετών θα έχουν αντίκτυπο στο μέλλον τους.

    Σε σύγκριση μεταξύ Davutoğlu – Babacan προκύπτουν τα εξής:

    Ο Νταβούτογλου ήταν ο εγκέφαλος της αυξημένης συμμετοχής της Τουρκίας στη Μέση Ανατολή. Επομένως, συνδέεται σε μεγάλο βαθμό με το κακοσχεδιασμένο Συριακό τέλμα , αφού τα 3,6 εκατομμύρια Σύριοι πρόσφυγες στην Τουρκία αποτελούν καθημερινή υπενθύμιση αυτής της αποτυχημένης πολιτικής του . Το ζήτημα αποτελεί σημαντική πηγή δημόσιας δυσαρέσκειας, όπως φαίνεται στην εκλογική ήττα του ΑΚΡ στις δημοτικές εκλογές του περασμένου έτους. Θωρείται απότοκος της προσφυγικής πολιτικής Νταβούτογλου που «πλήρωσε» ο Τούρκος Πρόεδρος !

    Αντίθετα, ο Μπαμπατζάν θεωρείται ως ο διαχειριστής ενός επιτυχημένου οικονομικού προγράμματος, δηλαδή φέρει μια κληρονομιά που ολοένα γίνεται και πιο επιτακτικά αναγκαία στην τρέχουσα οικονομική κρίση, η οποία, όπως  υποστηρίζει,  οφείλεται στην απόκλιση από τις δικές του οικονομικές πολιτικές. Μεταξύ των πολιτικών της αντιπολίτευσης, ο Μπαμπατζάν έχει την μεγαλύτερη αξιοπιστία σε θέματα διακυβέρνησης.

    Το δεύτερο πλεονέκτημα του Babacan έναντι του Davutoğlu , είναι η δημοτικότητά του στους Κούρδους ψηφοφόρους.

   Ο Davutoğlu ως πρωθυπουργός, συνδέεται επίσης με τον κύκλο της βίας και της κρατικής καταστολής στις Κουρδικές πόλεις που ακολούθησαν την εκλογική ήττα του AKP στις 7 Ιουνίου 2015. Αντίθετα, ο Μπαμπατζάν δεν ενεπλάκη κατά τη διάρκεια αυτής της κρίσης και ως εκ τούτου ενδέχεται να εξακολουθεί να είναι ανεκτός/ συμπαθής στους Κούρδους ψηφοφόρους. Στην πραγματικότητα, οι δυσαρεστημένοι Κούρδοι ψηφοφόροι του AKP αναμένεται να αποτελέσουν τη μεγαλύτερη ομάδα ψηφοφόρων , αλλά και τη ραχοκοκαλιά του DEVA κατά τη διάρκεια αυτής της φάσης που αναδύεται.

Ιδεολογία εναντίον Τεχνοκρατών

    Άλλοι παράγοντες που διακρίνουν τον Μπαμπατζάν και τον Νταβούτογλου είναι το στυλ της πολιτικής τους και οι ιδεολογικές τους τάσεις. Ο Νταβούτογλου, πρώην ακαδημαϊκός, είναι περισσότερο ιδεολογικά προσανατολισμένος από τον Μπαμπατζάν. Στην κοσμοθεωρία του Davutoğlu, το Ισλάμ και οι συντηρητικές αξίες αποτελούν θεμελιώδεις βάσεις. Αντιθέτως, ο Μπαμπατζάν, αν και ακολουθεί έναν προσωπικό συντηρητικό τρόπο ζωής, έχει λιγότερη ιδεολογική προσέγγιση στη πολιτικό Ισλάμ. Έχει μια τεχνοκρατική ματιά και τονίζει την εμπειρία του στη διαχείριση της οικονομίας  ως το μεγαλύτερο πλεονέκτημά του ως πολιτικός.

    Ο Μπαμπατζάν προσπαθεί να συνδεθεί με τους ψηφοφόρους εστιάζοντας στο κράτος δικαίου, στη χρηστή διακυβέρνηση και στα θέματα καθημερινό βίου «ψωμιού και βούτυρου» για το λαό .

   Αυτές οι διαφορετικές  προσεγγίσεις  Μπαμπατζάν – Νταβούτογλου, συμπίπτουν στις επικρίσεις τους κατά του AKP. Ενώ ο Μπαμπατζάν επικρίνει την αυταρχική, συνωμοτική και αντιδυτική στροφή που έκανε το ΑΚΡ, ο Νταβούτογλου κάνει μια ηθική κριτική επικεντρώνοντας στην ατομική διαφθορά και στον αυξημένο νεποτισμό. Με πιο προσεκτική ματιά βλέπουμε πως , η κριτική του Νταβούτογλου για το AKP και τον Ερντογάν είναι επί προσωπικού. Κρίνει ανοιχτά τον Ερντογάν και την οικογένειά του, ενώ ο Μπαμπατζάν  αποφεύγει τέτοιες άμεσες κριτικές, με στόχο να αποφύγει την οργή του Τούρκου Προέδρου. Αναμφισβήτητα, οι προσωπικές κριτικές του Νταβούτογλου ενοχλούν τον Ερντογάν και τον ώθησαν να λάβει ποινικά μέτρα εναντίον του καθώς και του κινήματός του. Το πιο εντυπωσιακό παράδειγμα ήταν η δήμευση του Ιδρύματος Επιστημών και Τεχνών του Πανεπιστημίου Şehir της Κωνσταντινούπολης, ένα «επίτευγμα ζωής» του Νταβούτογλου.

    Η έμφαση του Babacan στους τεχνοκράτες και τη φιλοσοφία τους, φαίνεται και στα συνιδρυτικά στελέχη του, με γραφειοκράτες, όπως ο İbrahim Çanakcı, πρώην υφ. οικονομικών και ο Birol Aydemir, πρώην στέλεχος του  Στατιστικού Ινστιτούτου.  Ωστόσο, το DEVA δεν έχει «βαριά ονόματα».

    Ενώ ο Μπαμπατζάν είναι πιο συλλογικός, ο Νταβούτογλου είναι γνωστό πως δεν δέχεται συμβουλές και υποδείξεις. Είναι συγκεντρωτικός και ότι συμβούλους είχε , ήταν πρώην μαθητές του που απλά συναινούσαν.  Δηλαδή ο Νταβούτογλου μοιάζει με τον Ερντογάν και τον οθωμανικό τους αξιακό κώδικα.

    Αντίθετα, ο Μπαμπατζάν,  εμφανίζεται ως το αντίδοτο στον Ερντογάν και την φιλοσοφία που ομοίως πρεσβεύει και ο Νταβούτογλου, θέλοντας να προσελκύσει τα στοιχεία που είναι επιφυλακτικά με την ένθερμη πολωτική  διακυβέρνηση του Ερντογάν. Παρόλα αυτά, δεν έχει επαρκές λαϊκό έρεισμα .

Ο Αντίκτυπος του Προεδρικού Συστήματος

    Παρότι  η ιδεολογική σαφήνεια του Νταβούτογλου του έδωσε καλύτερο έναυσμα σε σύγκριση με τον Μπαμπατζάν, το νέο Προεδρικό σύστημα φαίνεται να συμφέρει περισσότερο τον Μπαμπατζάν αφού η λογική του συστήματος αυτού, ωθεί τα πολιτικά κόμματα να σχηματίζουν συμμαχίες. Η ιδεολογία του Νταβούτογλου μπορεί να αποτελέσει εμπόδιο στον πιθανό μελλοντικό σχηματισμό συμμαχιών με τα κοσμικά κόμματα. Αντίθετα, το DEVA του Μπαμπατζάν, είναι πιο Κεντρώο, επομένως είναι πιο διαθέσιμο  στη δημιουργία συνδυαστικών συμμαχιών, αφού σαφώς έχει συνειδητή  βούληση να μην περιορίσει τη βάση των ψηφοφόρων του στους πρώην απογοητευμένους ψηφοφόρους του AKP, αλλά να τη διευρύνει / ανοίξει σε πολλές τάσεις.

    Παρότι  τα δύο νέα κόμματα – μαζί με τα λοιπά κόμματα της αντιπολίτευσης – υποστηρίζουν την επιστροφή στο Κοινοβουλευτικό σύστημα της Προεδρευομένης Δημοκρατίας , αρχικά πρέπει να κερδίσουν τον Πρόεδρο Ερντογάν με το ισχύον Προεδρικό σύστημα.

   Η επόμενη νίκη του Ερντογάν, απαιτεί έναν συνδυασμό ψήφων της αντιπολίτευσης και όσων αποσπάσουν τα δύο νέα κόμματα από το AKP.

    Έτσι, παρότι ο Μπαμπατζάν δεν κατατάσσεται ανάμεσα στους πιο δημοφιλείς πολιτικούς της χώρας, σ’ έναν αγώνα αναμέτρησης με \ τον Ερντογάν, το δυναμικό του Μπαμπατζάν είναι υψηλότερο και πιο δυναμικό από τα  άλλα ηγετικά πρόσωπα της αντιπολίτευσης.

   Ωστόσο, αυτό απαιτεί όπως ο  Ali Babacan/ Μπαμπατζάν ,  ή ο Προεδρικός υποψήφιος που θα υποστηριχθεί από  το DEVA, να  μπει στον δεύτερο γύρο. Αυτό  όμως  είναι αδύνατον αν στηριχθεί αποκλειστικά σε αποκομμένους ψηφοφόρους του AKP και τη μικρή βάση του DEVA οπότε πρέπει να  απευθυνθεί ταυτόχρονα στο σύνολο της αντιπολίτευσης. Δεδομένου ότι το CHP έχει μια σταθερή εκλογική βάση περίπου 25% τοις εκατό, το DEVA  δύσκολα θα τη φτάσει ισοδύναμα , έστω και με συμμαχίες. Απαιτείται μεγάλη ιδεολογική ευελιξία, γι’αυτό το  DEVA ξεκάθαρα είναι σχηματισμένο στο να έχει αυτή την ευελιξία, ως κόμμα μπαλαντέρ. Ωστόσο,  σχοινοβατεί , καθώς πρέπει να βρει μια ισορροπία που θα το κάνει  ελκυστικό τόσο σε πρώην ψηφοφόρους του AKP όσο και  του CHP και των λοιπών κομμάτων , κάτι αρκετά δύσκολο. Αυτή η δυσκολία αναγκάζει τον Μπαμπατζάν να επικεντρωθεί στην οικονομία και τη χρηστή διακυβέρνηση προκειμένου να αποφύγει διχαστική πολιτική. Παρουσιάζει τον εαυτό του και το κόμμα του ως το νέο πολιτικό κέντρο, και το DEVA στοχεύει να είναι ένα κόμμα όλων των τάσεων, ενσωματώνοντας  προσωπικότητες από διαφορετικές ιδεολογικές τάσεις.

    Αυτό  είχε γίνει στη δεκαετία του 1980 από το κόμμα της Μητέρας Πατρίδας (ANAP) του Turgut Özal, καθώς και το 2000 με το αρχικό τότε AKP.

Συμπεράσματα και προκλήσεις του μέλλοντος

    Από τους δύο αμφισβητίες του Τούρκου Προέδρου, πρώην συνεργάτες του, ο Μπαμπατζάν έχει μεγαλύτερες δυνατότητες μακροπρόθεσμα. Αντί να αντιμετωπίσει άμεσα τον Ερντογάν και να προσπαθήσει να τον υπονομεύσει, ο Μπαμπατζάν θα περιμένει τον Ερντογάν να υπονομεύσει και να δυσφημίσει τον ίδιο του τον εαυτό του μέχρι τις επόμενες Προεδρικές εκλογές, που έχουν προγραμματιστεί για το 2023. Αποφεύγοντας τις αντιπαραθέσεις και απεικονίζοντας τον εαυτό του ως το πολιτικό κέντρο, ο Μπαμπατζάν σκοπεύει να αναδειχθεί σε προσωπικότητα κοινής πολιτικής αποδοχής στην μετά  Ερντογάν εποχή ( 2023 ).

     Επιπλέον, ο αντίκτυπος του cov sars 2 , καθώς η τρέχουσα οικονομική κρίση, ίσως  δρομολογήσει εξελίξεις. Όμως ο Πρόεδρος Ερντογάν φαίνεται να το διαχειρίζεται ακόμα.

    Εάν ο Μπαμπατζάν αντέξει , αυξήσει δυναμική και ξεπεράσει τις βραχυπρόθεσμες προκλήσεις χωρίς να καταφύγει σε πόλωση, θα μπορούσε να είναι ο σημαντικός παράγοντας σε μια μετα-Ερντογάν Τουρκία. Αυτά είναι καλά νέα για την Ευρώπη. Η έμφαση του Μπαμπατζάν στην ομαδική εργασία και τα θεσμικά όργανα θα φέρει σταθερότητα στο στυλ του rollercoaster / αλλαγή, στην τρέχουσα εξωτερική Τουρκική πολιτική.

    Επιπλέον, ενώ η γραμμή εξωτερικής πολιτικής του Νταβούτογλου πιθανότατα θα ακολουθούσε την αντιδυτική προσέγγιση του Ερντογάν, μια κυβέρνηση Μπαμπατζάν πιθανότατα θα φέρει την Τουρκία στην πιο δυτική πολιτική της στο διεθνές επίπεδο, η οποία θα συνέβαλε στην αποκατάσταση του κράτους δικαίου και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Related posts

Ο καλύτερος εργοδότης του κόσμου: Δίνει αυξήσεις, 90 λεπτά διάλειμμα και απαγορεύει τα email μετά τις 5:30

4press

Νιλ Φέργκιουσον από Χάρβαρντ και Σταντφορντ: Οι ηγέτες άνω τον 70 ακατάλληλοι – Τρελά τα υπερβολικά μέτρα για τον Κορωνοϊό

4press

ΒΑΡΟΥΦΑΚΗΣ: Για την Κωνσταντίνα Κούνεβα

4press