Out of the box Χωρίς κατηγορία

“Out of the Box” – Γράφει η Λιάνα Ζωζά

Ενδιαφέρουσες ιστορίες, πίσω από διάσημα έργα τέχνης!

Λιάνα Ζωζά- lianazoza@hotmail.co.uk

Κάθε έργο τέχνης, είτε είναι δημιούργημα ενός διάσημου καλλιτέχνη είτε είναι αυτό του καλλιτέχνη της διπλανής πόρτας, έχει να διηγηθεί στο θεατή μια ενδιαφέρουσα ιστορία ή να του δώσει το ερέθισμα να φτιάξει τη δική του.

Είναι λοιπόν σχεδόν σίγουρο, πως από τα πολυειδωμένα και πολυσυζητημένα έργα τέχνης περιμένουμε να κρύβουν πίσω τους κάτι εξίσου λαμπερό και ενδιαφέρον. Ας δούμε λοιπόν ποιά από αυτά υποστηρίζουν το μύθο τους και ποιά θα μας δώσουν μια μικρή απογοήτευση προσγειώνοντάς μας με μια μκρή αληθινή ιστορία.

Με ποιό άλλο έργο θα μπορούσαμε να ξεκινήσουμε, εκτός από την Mona Lisa του Leonardo Da Vinci? Οι ιστορίες που την περιβάλλουν είναι αμέτρητες και ακόμη και σήμερα προκύπτει ανά κάποια χρονικά διαστήματα και μια καινούρια για να προσθέσει λίγη ακόμη χρυσόσκονη στην πολυσυζητημένη La Gioconda.

Leonardo Da Vinci, Mona Lisa, c. 1503–06, Louvre

Οι ειδικοί αποφάσισαν πως η κυρία με το αινιγματικό χαμόγελο δεν είναι άλλη από την Lisa del Giocondo, η οποία ήταν μέλος της οικογένειας Gherardini της Φλωρεντίας και σύζυγος του Francesco del Giocondo, που ήταν ένας πλούσιος έμπορος μεταξιού. Η δε, παραγγελία του έργου υποστηρίζεται πως έγινε για να γιορτάσει η οικογένεια τη γέννηση του δεύτερου αγοριού του ζευγαριού, του Andrea.

Αυτό, το συμπέρασμα βέβαια της επιστημονικής ομάδας, μάλλον κόμμα έβαλε και όχι τελεία στις μέχρι τότε εικασίες, μιας και τον Σεπτέμβριο του 2012, παρουσιάστηκε στο κοινό μια ακόμη εκδοχή του διάσημου έργου, η  Isleworth Mona Lisa, δυναμιτίζοντας την αυθεντικότητα του πρώτης και ξεκινώντας νέο γύρο ερευνών. Το δεύτερο έργο που τελευταίο ιδιοκτήτη είχε τον Αμερικανό συλλέκτη Henry F Pulitzer, μετά το θάνατό του το 1979, βρέθηκε στο χρηματοκιβώτιο ενός Ελβετικού fund.

Στα highlights των ιστοριών γύρω από την Mona Lisa, περιλαμβάνεται η έρευνα  επιστημόνων του έργου με μικροσκόπιο, όπου εντόπισαν στα μάτια του μοντέλου την ύπαρξη μικροσκοπικών γραμμάτων και αριθμών, που μοιάζουν με τον πραγματικό κώδικα Da Vinci. Στο δεξί μάτι, μπορούν να γίνουν αντιληπτά τα γράμματα LV, ενώ στο αριστερό, παρατηρούνται πολλά άγνωστα σύμβολα.

Vincent Van Gogh, The Starry Night, 1889, MOMA

Ένα από τα πιο γνωστά έργα του Vincent Van Gogh είναι το The Starry Night, έργο που απεικονίζει ένα νυχτερινό τοπίο που φωτίζεται από τον έναστρο ουρανό και υποτίθεται πως δημιουργήθηκε από μνήμης κατά τη διάρκεια της ημέρας στο ισόγειο studio του ζωγράφου. Έχει προδιοριστεί όμως, πως η θέα ήταν αυτή από το παράθυρο του υπνοδωματίου του, στο ασύλο, στο οποίο βρέθηκε έγκλειστος αυτοβούλως μετά τον ακρωτηριασμό του αριστερού του αυτιού και που είχε κατεύθυνση προς τα ανατολικά. Αυτό επιβεβαιώνεται και από τα γράμματα του προς τον αδελφό του Τεό: “Μέσα από το παράθυρο με τα σιδερένια κάγκελα, μπορώ να διακρίνω ένα τετράγωνο κομμάτι γης με σιτάρι… πάνω από το οποίο, το πρωί, βλέπω τον ήλιο να ανατέλλει σε όλο του το μεγαλείο.”.

Τη θέα αυτή ζωγράφισε σε 21 διαφορετικές εκδοχές, σε διαφορετικές ώρες της ημέρας και με διαφορετικές καιρικές συνθήκες. Για το συγκεκριμένο έργο του, μάλιστα έγραφε στον αδελφό του πως δεν το θεωρεί ιδιαίτερα επιτυχημένο, ούτε ένα από τα καλύτερά του.

Το The Starry Night είναι το μόνο νυχτερινό έργο στη σειρά των έργων του, με τη θέα από το παράθυρο του υπνοδωματίου του και έγραψε στον αδελφό του: “Σήμερα το πρωί είδα το τοπίο από το παράθυρό μου για μεγάλο χρονικό διάστημα πριν από την ανατολή με τίποτα άλλο, εκτός από το πρωινό αστέρι, το οποίο φάνταζε πολύ μεγάλο”. Οι ερευνητές επιβεβαιώνουν πως η Αφροδίτη ήταν πράγματι ορατή την αυγή, στην Προβηγκία, την άνοιξη του 1889 και την εποχή εκείνη ήταν στο πιό φωτεινό της σημείο. Έτσι, το πιο λαμπερό “αστέρι” του έργου ήταν πραγματικό και ήταν η Αφροδίτη.

Edvard Munch, The Scream, 1893 & 1910

Ο Νορβηγός ζωγράφος Edvard Munch ζωγράφισε τέσσερις εκδοχές της περίφημης Κραυγής του (The Scream), στην οποία είχε δώσει αρχικά τον γερμανικό τίτλο Der Schrei der Natur (Ο Λυγμός της Φύσης).

Στο ημερολόγιό του με ημερομηνία, 22.01.1892, ο Munch περιγράφει πως εμπνεύστηκε το διάσημο έργο του: “Περπατούσα σ’ ένα μονοπάτι με δυο φίλους – ο ήλιος έπεφτε – ξαφνικά ο ουρανός έγινε κόκκινος σαν αίμα – σταμάτησα, νιώθοντας εξαντλημένος, και στηρίχτηκα στο φράχτη – αίμα και γλώσσες φωτιάς πάνω από το μαύρο-μπλε φιόρδ και την πόλη – οι φίλοι μου προχώρησαν, κι εγώ έμεινα εκεί τρέμοντας από την αγωνία – κι ένιωσα ένα ατέλειωτο ουρλιαχτό να διαπερνά τη φύση.”

Από τις τέσσερις εκδοχές του The Scream, οι τρεις  φιλοξενούνται σε Μουσεία, ενω η τέταρτη πουλήθηκε στη δημοπρασία των Sothebys (2 Μαΐου 2012), στον συλλέκτη Leon Black, όπως αποκαλύφθηκε αργότερα από την The Wall Street Journal, έναντι του εντυπωσιακού ποσού των $ 119.922.600, καθιστώντας το έτσι ένα από τα πιο ακριβά έργα ζωγραφικής στην ιστορία της τέχνης.

Η τεράστια δημοτικότητα των συγκεριμένων έργων τα έχει κάνει συχνά αντικείμενο του πόθου, με αποτέλεσμα να κλαπούν αρκετές φορές, αλλά πάντα επιστρέφουν στη θέση τους. Ενδεικτικά αναφέρουμε, την κλοπή αυτού της Εθνικής Πινακοθήκης της Νορβηγίας, το 1994, που όμως ανακτήθηκε κάποιους μήνες αργότερα. Το 2004, ένα άλλο από τα “αδέλφια” του The Scream, αυτό του Μουσείου Munch, κλάπηκε παρέα με ένα άλλο γνωστό έργο του, τη Madonna. Βρέθηκαν και επέστραφησαν στο Μουσείο, δύο χρόνια αργότερα με φθορές όμως που πήρε άλλα δύο χρόνια για να αποατασταθούν και έτσι δόθηκαν σε κοινή θέα το 2008.

Ο Μυστικός Δείπνος (The Last Supper) του Leonardo Da Vinci φιλοξενείται στη Santa Maria delle Grazie στο Μιλάνο και οι πραγματικά μεγάλες διαστάσεις του, 460 x 880 cm, κάνουν το θεατή του να αναρωτιέται, αν θα μπορούσε να φιλοξενηθεί οπουδήποτε αλλού, εκτός από το χώρο στον οποίο βρίσκεται. Η πασίγνωση τοιχογραφία απεικονίζει τη σκηνή, όπου ο Ιησούς ανακοινώνει στους μαθητές του πως κάποιος από αυτούς θα τον προδώσει και υλοποιήθηκε μετά από παραγγελία του Δούκα του Μιλάνου.

Οι ταραγμένοι και απογοητευμένοι μαθητές του Ιησού, άρχισαν γρήγορα να “ξεφτίζουν” μιας και τα υλικά που χρησιμοποίησε ο Da Vinci, δεν άντεχαν την υγρασία του τοίχου στον οποίο τοποθέτησε το έργο του. Στη συνέχεια τα πάθη του The Last Supper συνεχίστηκαν από τις επιδρομές της φύσης και τις ανθρώπινες ενέργειες. Οι προσπάθειες που έγιναν για την αποκατάστασή του ήταν αρκετές, με την τελευταία να κρατά περίπου 21 χρόνια και το αποτέλεσμα να γίνεται αντικείμενο έντονης συζήτησης ανάμεσα στους ειδικούς.

Leonardo Da Vinci, the Last Supper, 1490, Convent of Santa Maria delle Grazie in Milan

Η Guernica, ένα ακόμη πολύ μεγάλων διαστάσεων έργο (3,54 x 7,82 m), αποτελεί το έργο – σύμβολο που δημιούργησε ο Pablo Picasso, για ναπαρουσιάσει στην ανθρωπότητα, τα ολέθρια αποτελέσματα του πολέμου και προσπάθησε σε αυτό να απεικονίσει, την απανθρωπιά, τη βιαιότητα και την απόγνωση που βίωσε η Ισπανία κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου.

Η πολύπαθη πόλη Guernica, που βομβαρδίστηκε και ισοπεδώθηκε από τους Γερμανούς πιλότους της αεροπορίας των εθνικιστών, στις 26 Απριλίου του 1937, αποτελεί το κεντρικό θέμα του πιο γνωστού ίσως έργου του ζωγράφου και ενός από τα πιό διάσημα και αναγνωρίσιμα στην ιστορία της σύγχρονης τεχνης.

Στο ασπρόμαυρο έργο του, ο Picasso δεν θέλησε να αποδώσει την σκληρή πραγματικότητα μέσα από εικόνες που να παραπέμπουν άμεσα σε αυτή, όπως τα αεροπλάνα, οι βόμβες και τα ερείπια. Επέλεξε, λοιπόν, να τοποθετήσει, μέσα σε γκρίζες σκιές, έναν ταύρο και ένα πληγωμένο άλογο, με διαμελισμένα κορμιά και τέσσερις γυναίκες που ουρλιάζουν κρατώντας νεκρά μωρά.

Η Guernica, παρέμεινε για πολλά χρόνια στο MOMA της Νέας Υόρκης, μιας και ο Picasso είχε δηλώσει πως δεν ήθελε να επιστρέψει το έργο στην Ισπανία πριν την πλήρη αποκατάσταση της δημοκρατίας. Το 1974, έπεσε θύμα βανδαλισμού με κόκκινη μπογιά και στη συνέχεια επστράφηκε στη Ισπανία για να εκτίθεται πίσω από αλεξίσφαιρο τζάμι για το φόβο νέας απόπειρας. Από το 1992 και μέχρι και σήμερα βρίσκεται στο Μουσείο Reina Sofia στη Μαδρίτη με ανοιχτή πάντα την πρόταση να μεταφερθεί στο Μουσείο Guggenheim, πολύ κοντά στην κωμόπολη της Guernica, αλλά μέχρι τώρα η απάντηση είναι αρνητική τόσο από την ισπανική κυβέρνηση, όσο και από το μουσείο που το φιλοξενεί.

Αξιωσημείωτο είναι αυτό που λέγεται, πως όταν οι Γερμανοί, κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, εισήλθαν στο Παρίσι, και προσπάθησαν να βρουν διάσημα έργα τέχνης για να τα κατασχέσουν, ένας Γερμανός αξιωματικός έδειξε στον Picasso, μια φωτογραφία της Guernica ρωτώντας τον: “Αυτό το έργο εσείς το κάνατε; Κι εκείνος του απάντησε χωρίς να διστάσει: Όχι, Εσείς.”.

Pablo Picasso, Guernica, 1937, Museo Reina Sofia, Madrid, Spain

Ο ίδιος ο Rembrandt δεν χρειάζεται ιδιαίτερες συστάσεις σαν ζωγράφος και ούτε βέβαια και το έργο του Νυχτερινή Περίπολος (The Night Watch), που αρκετά από τα βασικά χαρακτηριστικά του, υποστηρίζουν επάξια τον τίτλο του σαν αριστούργημα. Ανάμεσά τους, το πολύ μεγάλο μέγεθός του (363 x 437 cm), η εντυπωσιακή χρήση των φωτοσκιάσεων, η απόδοση ενός τυπικά στατικού πορτραίτου με μια ενδιαφέρουσα αίσθηση κίνησης και η ενσωμάτωση πολλών διαφορετικών εννοιολογικών επιπέδων, χαρακτηριστικό γνώρισμα των χαρισματικών καλλιτεχνών.

Όλα τα παραπάνω, όμως, δεν εμπόδισαν στο να γίνουν πολλαπλές ενέργειες και προσπάθειες βανδαλισμού του. Ανάμεσά τους και σοβαρά περιστατικά, όπως αυτό που στις 13 Ιανουαρίου του 1911, ένας άντρας έκοψε το έργο με ένα αιχμηρό μαχαίρι υποδηματοποιού. Ακολουθεί, στις 14 Σεπτεμβρίου του 1975, ένας άνεργος δάσκαλος  που επιτέθηκε στο έργο με ένα μαχαίρι ψωμιού, με αποτέλεσμα να δημιουργήσει πολλαπλές χαραγματιές. Η ζημιά αποκαταστάθηκε τέσσερα χρόνια αργότερα, αλλά οι γρατζουνιές ακόμη διακρίνονται αν κάποιος παρατηρήσει το έργο από πολύ κοντά. Δεν ήταν όμως και η τελευταία επίθεση εναντίον της Νυχτερινής Περιπόλου μιας και στις 6 Απριλίου του 1990, ξαναέγινε στόχος βανδαλισμού, όταν κάποιος από τους επισκέπτες ψέκασε πάνω του οξύ. Οι άνθρωποι της ασφάλειας αντέδρασαν άμεσα  ψεκάζοντας τον καμβά με νερό και προλαβαίνοντας το οξύ πριν διεισδύσει καθολικά στο έργο. Η ζημιά περιορίστηκε μόνο στο βερνίκι και αποκαταστάθηκε σύντομα.

Rembrandt, The night watch, 1642, Amsterdam Museum on permanent loan to the Rijksmuseum, Amsterdam

Ο γιατρός Paul Gachet ήταν αυτός που ανέλαβε τη φροντίδα του Vincent Van Gogh μετά την έξοδό του από το άσυλο και μέχρι τον θάνατο του, μόλις λίγους μήνες αργότερα. Αν και στην αρχή ο ζωγράφος δεν είχε και την καλύτερη άποψη για τον γιατρό του, στη συνέχεια αποφάσιε πως είναι αληθινός φίλος του και φιλοτέχνησε μάλιστα δύο εκδοχές του πορτραίτου του κάτω από τον ίδιο τίτλο Portrait of Dr. Gachet, στην ίδια στάση, αλλά σε διαφορετικό χρώμα και τεχνική.

Vincent Van Gogh, Portrait of Dr. Gachet, 1890, Private collection

Σε ένα από τα γράμματα προς τον αδελφό του Theo γράφει: “Νομίζω ότι δεν πρέπει να βασίζεστε καθόλου στον Dr. Gachet. Πρώτα απ’ όλα, πιστεύω πως είναι πιο άρρωστος από ό,τι είμαι εγώ ή περίπου το ίδιο, και έτσι έχουν τα πράγματα. Τώρα, όταν ένας τυφλός οδηγεί έναν άλλον τυφλό, δεν καταλήγουν να πέσουν και οι δύο στο χαντάκι;”. Δυό μέρες αργότερα έχει αλλάξει άποψη και γράφει στην αδελφή του: “Έχω βρει έναν αληθινό φίλο στο Dr. Gachet, κάτι σαν έναν άλλο αδελφό, τόσο μοιάζουμε μεταξύ μας τόσο σωματικά όσο και ψυχικά.”.

Vincent Van Gogh, Portrait of Dr. Gachet, 1890, Musée d’Orsay, Paris

Μετά τη δημιουργία των δύο εκδοχών και θέλοντας να μοιραστεί τις σκέψεις του για το πορτρέτο, με την αδελφή του, σε ένα από τα γράμματα του διαβαζουμε: “Έκανα το πορτρέτο του Dr. Gachet με μια μελαγχολική έκφραση, η οποία θα μπορούσε κάλλιστα να φαίνεται σαν ένας μορφασμός σε όσους το βλέπουν … Λυπημένος μα ευγενικός, αλλά ξεκάθαρος και ευφυής, δηλαδή όπως όλα τα πορτρέτα θα έπρεπε να γίνονται … υπάρχουν σύγχρονα κεφάλια που μπορούν να παρατηρούνται για πολύ καιρό και αυτό ίσως να το κοιτάζουν με ενδιαφέρον για περισσότερο από χίλια χρόνια αργότερα”.

Related posts

Ζευγάρι λευκών γέννησε Κινεζάκι… λόγω λάθους!

4press

Στον Περισσό σε μία όμορφη εκδήλωση ο Κώστας Πελετίδης με Πατρινούς έδωσαν το παρών

4press

Κορονοϊός – Εύσημα Guardian στην Ελλάδα: Κερδίζει τη μάχη της πανδημίας παρά τα 10 χρόνια κρίσης

4press