Σκέψεις

Προειδοποιήσεις και φόβοι για νέα κόκκινα δάνεια – Γράφει ο Λεωνίδας Στεργίου

Ο πόλεμος στην Ουκρανία έφερε πάλι στο τραπέζι τον κίνδυνο δημιουργίας νέων κόκκινων δανείων και πτωχεύσεων, όπως είχε γίνει με την πανδημία παραδέχθηκε ο αντιπρόεδρος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (EKT), Luis de Guindos, σημειώνοντας ότι σήμερα τα πράγματα είναι λίγο διαφορετικά. Από τη μία πλευρά, οι νομισματικές και δημοσιονομικές αρχές, αλλά και το τραπεζικό σύστημα είναι πιο προετοιμασμένες. Επίσης, οι τράπεζες είναι πιο θωρακισμένες. Από την άλλη πλευρά, η αβεβαιότητα των γεωπολιτικών εξελίξεων, με τις άμεσες επιδράσεις σε επιχειρήσεις, οικονομίες και τράπεζες, λειτουργούν επιβαρυντικά στον ήδη υψηλό πληθωρισμό και την ενεργειακή ακρίβεια.

Τραπεζίτες

Σχετική ερώτηση για την ύπαρξη κινδύνου για νέα κόκκινα δάνεια ή για επιβράδυνση της ταχύτατης μείωσης των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων δέχθηκαν οι επικεφαλής των τεσσάρων συστημικών τραπεζών από διεθνείς αναλυτές κατά τις παρουσιάσεις των αποτελεσμάτων του 2021. Όλοι απάντησαν ότι υπάρχει κίνδυνος που μπορεί να προέλθει εμμέσως από το μακροοικονομικό περιβάλλον λόγω πληθωρισμού και γεωπολιτικών εξελίξεων. Ωστόσο, τα στοιχεία μέχρι το τέλος του 2021 και τους πρώτους μήνες του 2022 δεν εμφανίζουν καμία ανησυχητική ένδειξη. Το αντίθετο, παρουσιάζεται μικρότερη δημιουργία κόκκινων δανείων από ό,τι έχει προβλεφθεί, ενώ είναι μεγαλύτερη η οργανική μείωσή τους, σε σχέση με τους στόχους.

Την ίδια ανησυχία, σημειώνοντας ταυτόχρονα ότι δεν υπάρχουν προς το παρόν ενδείξεις για νέα κόκκινα δάνεια, τέθηκε από στελέχη εταιρειών διαχείρισης δανείων και τραπεζών που παρακολουθούν την ποιότητα των δανειακών χαρτοφυλακίων κατά το πρόσφατο συνέδριο Fin Forum 2022 στην Αθήνα.

ΤτΕ, ΕΒΑ, ΕΚΤ

Από την πλευρά τους, οι εποπτικές αρχές είναι πιο επιφυλακτικές. Σύμφωνα με στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος, της ΕΚΤ και της Ευρωπαϊκής Τραπεζικής Αρχής (ΕΒΑ), στην Ελλάδα υπάρχουν δάνεια περίπου 9 δισ. ευρώ, τα οποία είναι μεν εξυπηρετούμενα, αλλά συνδέονται έμμεσα ή άμεσα με κάποιου είδους κρατικής στήριξης ή εγγύησης στο πλαίσιο των μέτρων για την αντιμετώπιση των συνεπειών της πανδημίας.

Πράγματι, τα μορατόρια (αναστολές δόσεων) και οι Γέφυρες 1 και 2 έληξαν για συνολικά δάνεια 30 δισ. ευρώ, τα οποία στην κορύφωση της πανδημίας, μαζί με τα δάνεια που βρίσκονταν σε καθεστώς νομικής προστασίας ξεπέρασαν τα 35 δισ. ευρώ.

Όμως, παραμένουν δάνεια 9 δισ. ευρώ τα οποία θεωρούνται ευάλωτα από την πλήρη άρση των μέτρων στήριξης από την πανδημία και από τον πόλεμο και τις συνέπειές του (πληθωρισμός, ενεργειακή κρίση, αβεβαιότητα, ψαλίδισμα ανάπτυξης, κ.λπ.). Τα μέτρα στήριξης μπορεί να είναι κάποια εγγυοδοτικά στο πλαίσιο του covid, ή επιδόματα και άλλες διευκολύνσεις σε ιδιώτες και επιχειρήσεις, τα οποία απορροφούν πιέσεις. Όταν όλα αυτά σταματήσουν, η ακρίβεια και η αβεβαιότητα θα έχει μεγαλύτερο αντίκτυπο στα δάνεια αυτά.

Πρόκειται για περίπου 6 δισ. ευρώ που βρίσκονται σε διάφορα προγράμματα σταδιακής επαναφοράς δόσης ή ρυθμισμένα από τράπεζες και άλλα τόσα περίπου που έχουν δοθεί με τη μορφή δανείων και επιχορηγήσεων στο πλαίσιο μέτρων για την πανδημία.

Το σύνολο των ρυθμισμένων δανείων, σύμφωνα με την ΤτΕ, ανέρχεται σε 17,6 δισ. ευρώ, εκ των οποίων εξυπηρετούμενα παραμένουν τα 9,4 δισ. ευρώ, ενώ τα υπόλοιπα έχουν ήδη περάσει στα μη εξυπηρετούμενα. Ακόμα, η ΤτΕ επισημαίνει ότι μεσολαβεί σύντομος χρόνος από τη στιγμή της ρύθμισης μέχρι τον υποτροπιασμό.

Γιάννης Στουρνάρας

Η προειδοποίηση του Έλληνα κεντρικού τραπεζίτη, Γιάννη Στουρνάρα, μιλώντας στην Ένωση Ασφαλιστικών Εταιρειών ήταν χαρακτηριστική: “Βραχυπρόθεσμα, οι επιπτώσεις της κρίσης αυτής λειτουργούν προς την κατεύθυνση του στασιμοπληθωρισμού, αλλά μεσοπρόθεσμα οδηγούν σε αποπληθωρισμό, σε συνάρτηση βεβαίως με την αποκλιμάκωση της αβεβαιότητας.”

Για τον λόγο αυτό, ο κ. Στουρνάρας επανέλαβε αυτό που ζητά η ΕΚΤ, δηλαδή ταυτόχρονη συνδρομή από τη δημοσιονομική πολιτική. Όπως εξήγησε στην ομιλία του, η νομισματική πολιτική στις περιπτώσεις πληθωρισμού προσφοράς έχει μεγάλο κόστος και είναι λιγότερο αποτελεσματική από ό,τι η δημοσιονομική πολιτική. Για τον λόγο αυτό, εξάλλου, η Ε.Ε. και οι κυβερνήσεις αναζητούν το κατάλληλο μείγμα δημοσιονομικής στήριξης προκειμένου να αποτραπεί η ύφεση.

Luis de Guindos

Όπως δήλωσε χθες ο κ. de Guindos, το ρίσκο από το μακροοικονομικό περιβάλλον αυξάνεται. Η διάσταση αυτή μπορεί να περιορίσει ή να αναβάλει επενδύσεις και κατανάλωση, λόγω μείωσης του διαθέσιμου εισοδήματος, αύξησης του κόστους παραγωγής, αύξησης του κόστους πρώτων υλών ή ακόμα και έλλειψής τους. Για τον λόγο αυτό χρειάζεται και η συνδρομή της δημοσιονομικής πολιτικής.

Πάντως, υπογράμμισε ότι ακόμα και στο ακραίο σενάριο της Κομισιόν και της ΕΚΤ, προβλέπεται ανάπτυξη 2% το 2022 και σε μεσοπρόθεσμο ορίζοντα πληθωρισμός κάτω του 2%. Μπορεί οι προβλέψεις να αναθεωρήθηκαν προς τα κάτω, αλλά η Ευρωζώνη παραμένει να εμφανίζει ανάπτυξη ακόμα και στο πιο ακραίο σενάριο, χωρίς ενδείξεις στασιμοπληθωρισμού. Ωστόσο, δεν παρέλειψε να τονίσει ότι αν η ΕΚΤ διαπιστώσει ότι συνεχίζει να υποεκτιμά τον πληθωρισμό και ότι ο πόλεμος απαιτεί δραστικότερες λύσεις, τότε η κεντρική τράπεζα θα το πράξει διότι υποχρέωσή της είναι η σταθερότητα των τιμών. Κι αν αυτή η πράξη λέγεται αύξηση επιτοκίων, ξεκαθάρισε ότι αυτό θα γίνει αφού σταματήσουν τα προγράμματα αγοράς ομολόγων.

Related posts

Μπεκατώρου: Ορόσημο η πρώτη δίκη του ελληνικού MeToo

4press

Πιο σοβαρές για την Ελλάδα οι επιπτώσεις της ενεργειακής κρίσης

4press

Πώς να ταιριάξεις; Γράφει η Καλλιόπη Μπαγούλη

4press