Ειδήσεις

«Καμπανάκι» από Morgan Stanley: Κρίση ή ύφεση δείχνει η ιστορία στα επιτόκια – Πουλήστε τράπεζες στα «ράλι»

Το πρόσφατο άλμα της αβεβαιότητας στις αγορές και στα μακροοικονομικά μεγέθη είναι απίθανο να εξασθενίσει σύντομα, ευνοώντας ένα «rotation» προς τους «αμυντικούς» κλάδους μετοχών, την ποιότητα και την ανάπτυξη, όπως υποστηρίζει ο Graham Secker επικεφαλής στρατηγικής της Morgan Stanley για τις ευρωπαϊκές αγορές μετοχών.

Ο έμπειρος αναλυτής του αμερικανικού οίκου, εκθέτει τις σκέψεις τους μετά από τα πρόσφατα γεγονότα γύρω από την κατάρρευση της Silicon Valley Bank, της Signature Bank και την κρίση της Credit Suisse. Όπως υποστηρίζει, κάθε κύκλος αυξήσεων των επιτοκίων τα τελευταία 70 χρόνια κατέληξε είτε σε ύφεση (περίπου το 80% των περιπτώσεων) ή – και σε οικονομική κρίση (το 1984 και το 1994). Πριν από μια εβδομάδα ήταν δυνατό να υποστηριχθεί ότι αυτή η παρατήρηση είναι θεωρητικού επιπέδου, αλλά πλέον διαφαίνεται ότι δεν πρόκειται να υπάρξει κάτι διαφορετικό (και αυτή τη φορά).

Παράλληλα, οι οικονομικές κρίσεις δεν οδηγούν πάντα σε ύφεση, όπως αποτυπώθηκε άλλωστε το 1984, το 1987, το 1994 και το 1998, αλλά οι πιθανότητες δεν είναι υπέρ μιας θετικής έκβασης. Ωστόσο, σε αυτό το στάδιο, ο Secker εκτιμά ότι οι αγορές θα λειτουργούν με μια προσέγγιση «ένοχος μέχρι αποδείξεως του εναντίους» λαμβάνοντας υπόψη: 1) την προοπτική μιας ουσιαστικής αυστηρότερης διαθεσιμότητας και αυστηρότερων προτύπων δανεισμού από τις τράπεζες μετά από τις πρόσφατες εξελίξεις και 2) τη βαθιά ανεστραμμένη καμπύλη αποδόσεων. «Μην ξεγελιέστε από το γεγονός ότι η καμπύλη απόδοσης είναι πλέον πιο απότομη – αύξηση της κλίσης – αυτή είναι η στιγμή που οι αγορές κάνουν πίσω και υποχωρούν καθώς τα χαμηλότερα επιτόκια στο πιο εμπροσθοβαρές τμήμα της καμπύλης σηματοδοτούν μια επικείμενη επιβράδυνση» αναφέρει ο αναλυτής της Morgan Stanley.

Μια τρίτη σκέψη και θέση που παραθέτει είναι πως το «παράθυρο της κυκλικότητας» αρχίζει να κλείνει και ήρθε η ώρα του «sell». Σύμφωνα με τον ίδιο, οι ισχυρές επιδόσεις των ευρωπαϊκών μετοχών από την έναρξη του έτους και έως και πριν από δύο εβδομάδες, οφείλονταν στην ισχυρή υπεραπόδοση των μετοχών του χρηματοπιστωτικού κλάδου αλλά και άλλων «κυκλικών», με τον ίδιο να προτείνει την άμεση μείωση της «κυκλικής» έκθεσης. Όπως σημειώνει, «αν και δεν γνωρίζουμε ακόμη, πώς ακριβώς θα εξελιχθούν τα πράγματα για τα χρηματοοικονομικά από εδώ και στο εξής, είμαστε βέβαιοι ότι οι οικονομικές προοπτικές έχουν επιδεινωθεί και ότι το «παράθυρο» για μια συνέχιση των θετικών και βελτιωτικών μακροοικονομικών δεδομένων αρχίζει να κλείνει».

Δεδομένων όλων των παραπάνω η Morgan Stanley θεωρεί ότι είναι λογικό για τους επενδυτές να ενισχύσουν την αμυντική τους έκθεση. Το ερώτημα σχετικά με το τι είναι αμυντικό σε αυτό το περιβάλλον έχει μια βάση – παράλληλα με τους συνήθεις αμυντικούς κλάδους (υγειονομική περίθαλψη, βασικά καταναλωτικά αγαθά, τηλεπικοινωνίες και υπηρεσίες κοινής ωφελείας) – ο οίκος εντοπίζει επίσης ένα πλεονέκτημα στην εκ νέου ενασχόληση με το σκέλος της ποιότητας αλλά και με άλλες ιδέες και trades μεγαλύτερης διάρκειας. Παράλληλα, διατηρεί τη θετική του σύσταση για τον κλάδο των μετοχών των πολυτελών αγαθών, της τεχνολογίας και τη ιατρικής τεχνολογίας, ενώ στην «top – down» ανάλυση, αναβαθμίζει και τον κλάδο των τηλεπικοινωνιών σε «overweight».

Επιπλέον, ceteris paribus, όταν οι τιμές των μετοχών υποχωρούν θα πρέπει να λαμβάνουμε μια πιο θετική στάση και το αντίστροφο. Το πρόβλημα με αυτήν την προσέγγιση είναι ότι η πτυχή του «όλα τα άλλα» σε αυτό, σπάνια παραμένει αμετάβλητη. Έχοντας λάβει «overweight» θέση για τις τράπεζες από τον Σεπτέμβριο, η Morgan Stanley αναγνωρίζει ότι το επενδυτικό «story» του κλάδου σήμερα δεν είναι τόσο ελκυστικό όσο την περασμένη εβδομάδα, παρόλο που οι αποτιμήσεις είναι χαμηλότερες. Παρότι λοιπόν ο οίκος δεν υποβαθμίζει τη σύστασή του για τον κλάδο των τραπεζών («overweight»), καθώς βλέπει περιθώρια αστάθειας και μεταβλητότητας τόσο ανοδικά όσο και καθοδικά – ωστόσο αναμένοντας μια περαιτέρω αβεβαιότητα προτείνει τη μείωση της έκθεσης και ρευστοποιήσεις σε οποιοδήποτε «ράλι».

Μια ακόμη σκέψη που παραθέτει ο Secker είναι πως εδώ και αρκετό καιρό θεωρούσε πως οι ΗΠΑ αποτελούσαν μια πιθανή πηγή κινδύνου που θα μπορούσε να οδηγήσει σε μια υποχώρηση των ευρωπαϊκών μετοχών, με βασικό άξονα μια μια επιβράδυνση της αμερικανικής οικονομίας ή ένα «sell off» του S&P 500 που προκαλούσε η Fed, παρά μια προβληματική εικόνα του τραπεζικού κλάδου. Κατά συνέπεια, ενώ οποιοδήποτε από τα πρώτα μπορεί να ενίσχυε την ευρωπαϊκή τάση υπεραπόδοσης που ξεκίνησε στο τρίτο τρίμηνο του 2022, το γεγονός ότι υπήρξε μια επανεμφάνιση των προβλημάτων του τραπεζικού κλάδου αποτελεί ένα πιο αδύναμο σημείο για την Ευρώπη. Έτσι, ενώ η Morgan Stanley εξακολουθεί να εντοπίζει κάποια πλεονεκτήματα στις ευρωπαϊκές μετοχές έναντι των υπόλοιπων, από τη σκοπιά των αποτιμήσεων και της κερδοφορίας, ένα «rotation» από την «κυκλική αξία» και πίσω προς την «αμυντική – ποιοτική ανάπτυξη» δεν θα ήταν συνεπής με τη συνεχιζόμενη ευρωπαϊκή υπεραπόδοση.

Τέλος, υπό το πρίσμα των παραπάνω, ο Secker εκτιμά πως η έκθεση προς την Κίνα δείχνει ακόμη πιο ελκυστική πλέον. Όπως σημειώνει, η αυξημένη αβεβαιότητα σχετικά με τις οικονομικές προοπτικές και τις προοπτικές των μετοχών στις ΗΠΑ και την Ευρώπη αναμφισβήτητα καθιστά το «story» του «re-opening» της Κίνα και της Ασίας ακόμη πιο ελκυστικό σε μια σχετική βάση. Συνεπώς, οποιαδήποτε αδυναμία σε μετοχές γύρω από αυτή τη ζώνη, εξαιτίας των τοποθετήσεων ή του «de-risking» θα πρέπει να αντιμετωπίζεται ως μια ευκαιρία για «χτίσιμο» θέσεων.

Related posts

Γαλλία: Τζιχαντιστής αποκέφαλισε καθηγητή στο Παρίσι και σκορπά τον τρόμο ξανά στην χώρα

4press

Εκλογές 2023: Ο Μητσοτάκης ανακοίνωσε επίσημα την ημερομηνία της πρώτης κάλπης στις 21 Μαΐου

4press

Έγκλημα Γλυκά Νερά: Ποιος θα αναλάβει την επιμέλεια του μωρού της Καρολάιν; Τι επιδιώκει ο 32χρονος πιλότος

4press