Tο βασικό μειονέκτημα του πακέτου είναι ότι πρόκειται για ένα καταναλωτικό και όχι παραγωγικό μείγμα πολιτικής.
Το πακέτο παρεμβάσεων ύψους 796 εκατ. ευρώ για την αντιμετώπιση των συνεπειών της ενεργειακής κρίσης, το οποίο ανακοινώθηκε από την κυβέρνηση, εγείρει σοβαρά ερωτήματα ως προς την αποτελεσματικότητα και τη στοχευμένη του διάρθρωση. Η ίδια η αφετηρία του πακέτου αποκαλύπτει το βασικό πρόβλημα: η κυβέρνηση αναθεώρησε χθες προς τα κάτω την ανάπτυξη για το 2026 (2,0% από 2,4%) και προς τα πάνω τον πληθωρισμό (3,2% από 2,2%). Δηλαδή, πριν ακόμη εφαρμοστούν τα μέτρα στήριξης, αναγνωρίζεται ότι η οικονομία θα κινηθεί με χαμηλότερη δυναμική και υψηλότερες τιμές.
Από τη σκοπιά της οικονομικής θεωρίας, το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι αν ένα μέτρο «δίνει κάτι», αλλά τι δημοσιονομικό πολλαπλασιαστή έχει. Σε μικρές ανοικτές οικονομίες όπως η ελληνική, οι πολλαπλασιαστές είναι περιορισμένοι, καθώς μεγάλο μέρος της πρόσθετης ζήτησης κατευθύνεται σε εισαγωγές. Επιπλέον, η διεθνής εμπειρία δείχνει ότι οι υψηλότεροι πολλαπλασιαστές προκύπτουν από επενδύσεις, ενώ οι χαμηλότεροι από επιδόματα και οριζόντιες μεταβιβάσεις.
Αυτό ακριβώς είναι το βασικό μειονέκτημα του πακέτου: πρόκειται για ένα καταναλωτικό και όχι παραγωγικό μείγμα πολιτικής. Fuel pass, επιδοτήσεις diesel, εφάπαξ ενισχύσεις, επιστροφές ενοικίου και ρυθμίσεις χρεών στηρίζουν βραχυπρόθεσμα το διαθέσιμο εισόδημα, αλλά δεν αυξάνουν την παραγωγικότητα ούτε την προσφορά. Δεν μειώνουν τη δομική εξάρτηση από εισαγόμενη ενέργεια, δεν ενισχύουν επενδύσεις και δεν βελτιώνουν τη λειτουργία αγορών όπως η στέγη.
