Ο Κιρ Στάρμερ οδήγησε τους Εργατικούς σε μια σαρωτική εκλογική νίκη τον Ιούλιο του 2024, αλλά έκτοτε η δημοτικότητά του, καθώς και εκείνη του κόμματος, σημείωσαν κατακόρυφη πτώση.
Ο Κιρ Στάρμερ ανακοίνωσε τη Δευτέρα ότι αποχωρεί από την ηγεσία του κυβερνώντος Εργατικού Κόμματος, ανοίγοντας έτσι τον δρόμο ώστε η χώρα να αποκτήσει τον έβδομο πρωθυπουργό της σε διάστημα 10 ετών.
Μόλις δύο χρόνια μετά την εκλογή του με συντριπτική πλειοψηφία, ο Στάρμερ ανέφερε ότι θα παραμείνει υπηρεσιακός πρωθυπουργός μέχρι το κόμμα να επιλέξει τον νέο ηγέτη των Εργατικών, ο οποίος θα μπορούσε να αναζωογονήσει τη φθίνουσα πορεία της κυβέρνησης.
Η επίσημη διαδικασία για την αντικατάσταση του θα ξεκινήσει στις αρχές Ιουλίου και θα μπορούσε να ολοκληρωθεί σε διάστημα λίγων ημερών: Ο ίδιος ο Στάρμερ δήλωσε τη Δευτέρα ότι η υποβολή υποψηφιοτήτων θα ανοίξει στις 9 Ιουλίου και θα κλείσει όταν το Κοινοβούλιο διακόψει για τις θερινές του διακοπές, οι οποίες είναι προγραμματισμένες να ξεκινήσουν στις 16 Ιουλίου. Σε περίπτωση αναμέτρησης, ο νέος ηγέτης θα βρίσκεται στη θέση του την 1η Σεπτεμβρίου, σημείωσε χαρακτηριστικά.
Η διαδικασία θα είναι ανοιχτή για όλους τους βουλευτές του κυβερνώντος Εργατικού Κόμματος, ενώ βασικό φαβορί παραμένει ο πρώην δήμαρχος του Μάντσεστερ, Άντι Μπέρναμ.
Όσα είπε ο Στάρμερ αποχαιρετώντας την Ντάουνινγκ Στριτ
«Το να περπατώ αυτό τον δρόμο πριν δύο χρόνια ήταν η πιο περήφανη στιγμή της ζωής μου», δήλωσε ο Στάρμερ από την Ντάουνινγκ Στριτ, κοινοποιώντας την απόφασή του να αποχωρήσει από την ηγεσία των Εργατικών.
«Το ερώτημα που έθεσε το κόμμα μου είναι αν είμαι ο πλέον κατάλληλος για να μας οδηγήσω στις επόμενες γενικές εκλογές. Άκουσα την απάντηση της κοινοβουλευτικής μου ομάδας σε αυτό το ερώτημα και την αποδέχομαι με καλή πίστη. Κάθε απόφαση που έχω λάβει είχε ως στόχο να βάλω πρώτα τη χώρα που αγαπώ. Γι’ αυτόν τον λόγο θα παραιτηθώ από την ηγεσία του Εργατικού Κόμματος. Μίλησα με τον Βασιλιά σήμερα το πρωί για να τον ενημερώσω για την απόφασή μου».
Ο βρετανός πρωθυπουργός υπερασπίστηκε το έργο της κυβέρνησής του κατά τα δύο τελευταία χρόνια, υποστηρίζοντας μεταξύ άλλων πως: η οικονομία αναπτύχθηκε περισσότερο σε σύγκριση με άλλες χώρες, οι μισθοί αυξήθηκαν ταχύτερα από τον πληθωρισμό, μειώθηκαν οι λίστες αναμονής στο Εθνικό Σύστημα Υγείας (NHS), ενισχύθηκαν τα δικαιώματα εργαζομένων και ενοικιαστών, ενώ αυξήθηκαν σημαντικά οι αμυντικές δαπάνες.
