Γράφει ο Θεόδωρος Παπαθεοδώρου
Με αφορμή και αιτία τον επερχόμενο εορτασμό της 25ης Μαρτίου και των 200 χρόνων από την επανάσταση του 1821, θα ήταν σημαντικό να αναφερθεί κανείς σε αυτό που ονομάζουμε εθνική συνείδηση των Ελλήνων. Και είναι πράγματι σημαντική η έστω και συνοπτική αναφορά στο ζήτημα αυτό κυρίως για δύο λόγους. Πρώτον, επειδή η μελέτη της επαναστατικής και προεπαναστατικής περιόδου μας δίνει τα στοιχεία εκείνα που φανερώνουν την ύπαρξη Ελληνικής συνείδησης ακόμα και υπό όρους ή με διαφοροποιήσεις σε σχέση με το σήμερα, κάτι που αναμφίβολα μπορεί να οδηγήσει τον σύγχρονο Έλληνα σε καλύτερη γνώση της ιστορικής διαδρομής του και σε χάραξη μίας σίγουρης, γερά θεμελιωμένης μελλοντικής πορείας. Δεύτερον, επειδή εδώ και αρκετά χρόνια βρίσκεται σε εξέλιξη μία αναθεωρητική προβολή ιδεών, σκέψεων, μελετών και απόψεων από επιστήμονες, δημοσιογράφους και πολιτικούς που ούτε λίγο ούτε πολύ αμφισβητεί την ύπαρξη εθνικής συνείδησης προεπαναστατικά, ταυτίζει την ίδρυση του Ελληνικού κράτους με την δημιουργία του έθνους, επιχειρεί να αλλοιώσει ή να ακυρώσει εντελώς χρήσιμους μύθους και λαικές παραδόσεις, και εν τέλει να σπείρει στην Ελληνική κοινωνία όχι τον σπόρο της αναζήτησης της αλήθειας για την επαναστατική περίοδο και τις συνθήκες που διαμόρφωσαν την εθνική συνείδηση αλλά τον σπόρο της αυτοαμφισβητούμενης προέλευσης της, του νόθου παρελθόντος που εγείρει διαρκώς ερωτηματικά για το ποιος επιτέλους είναι αυτός ο λαός, από πού προέρχεται και πού πηγαίνει.
Αξίζει λοιπόν να πούμε δυό λόγια για να επιβεβαιώσουμε απλώς κάποιες αλήθειες αλλά και για να θυμίσουμε εκείνα που ως Ελληνική κοινωνία δεν θα πρέπει να ξεχνάμε. Αρχίζοντας ως εκ τούτου από την άλωση της πόλης το 1453 είναι ορθό να έχουμε κατά νου πως τη θέση μίας μεγάλης αλλά παρηκμασμένης Βυζαντινής αυτοκρατορίας που ακόμα εθεωρείτο η Ρωμαική ανατολική αυτοκρατορία και μάλιστα ο αυτοκράτορας με βάση το πρωτόκολλο στεφόταν ως ο αυτοκράτορας των Ρωμαίων, κάτι που άφησε τα χνάρια του στην ιστορία έως σήμερα με την ονομασία των Ελλήνων ως Ρωμιών, την θέση λοιπόν αυτής της αυτοκρατορίας την πήρε η Οθωμανική αυτοκρατορία μέσα σε έναν κόσμο δίχως έθνη, χωρίς εθνικά κράτη, με τοπικούς φεουδάρχες που ήταν υποτελείς στον έναν ή στον άλλον αυτοκράτορα, χωρίς σύνορα όπως τα ξέρουμε σήμερα και με πληθυσμούς φυλετικά και θρησκευτικά διαχωρισμένους αλλά επί της ουσίας αναμειγμένους και συγχρωτισμένους. Αυτός ο κόσμος λοιπόν που για δεκαετίες και εκατονταετίες έμεινε ίδιος λίγο πολύ στα βασικά χαρακτηριστικά του, δεν επιτρέπει να μιλάμε για εθνικές συνειδήσεις ή για καθαρόαιμους λαούς. Ήταν ένας κόσμος με προσμίξεις φυλών, με μετακινήσεις πληθυσμών, συχνούς πολέμους, και με το πιο σημαντικό στοιχείο διαχωρισμού των ανθρώπων να είναι αφενός το θρησκευτικό ζήτημα, αφετέρου η αναφορά σε μία αυτοκρατορία, στην σκέπη μίας αυτοκρατορίας που ο καθένας αντιλαμβανόταν ως μητέρα. Όλα αυτά ωστόσο άρχισαν σταδιακά να αλλάζουν με την αναγέννηση και αργότερα με τον διαφωτισμό. Εκεί θα πρέπει να αναζητήσουμε και την πρώτη σπίθα για συνείδηση αρχικώς φυλετική, σίγουρα βεβαίως θρησκευτική και προοδευτικά εθνική στους λαούς της Ευρώπης γενικότερα. Εκεί θα πρέπει να ψάξουμε και για τα πρώτα σημάδια αυτοδιάθεσης των κοινωνιών με βάση τα ξεχωριστά χαρακτηριστικά τους. Δηλαδή ουσιαστικά από τον 17ο αιώνα και ύστερα.
Οι επαναστάσεις και οι εξεγέρσεις, όχι όλες αλλά πολλές, που έλαβαν χώρα μέσα στην ευρύτερη Βαλκανική περιφέρεια και γενικά στην ανατολική Μεσόγειο από εκείνο το χρονικό σημείο περίπου και έπειτα δείχνουν ότι Ελληνικοί αλλά και άλλοι πληθυσμοί δεν επιθυμούν απλώς μία καλύτερη θέση στην Οθωμανική αυτοκρατορία αλλά επιδιώκουν αυτοδιάθεση στηριγμένη σε θρησκευτικά, ιστορικά, κοινωνικά και εθνικά στοιχεία, με την υποστήριξη ίσως κάποιας μεγάλης δύναμης. Κάπως έτσι επομένως ξεκινάει να διαμορφώνεται και η εθνική συνείδηση των Ελλήνων, των Ρωμιών, οι οποίοι έχουν αναφορές στην Χριστιανική Ορθόδοξη πίστη, στο Βυζαντινό παρελθόν, στην αρχαιότητα, στην κοινή γλώσσα η οποία βεβαίως περιλαμβάνει διάφορες ντόπιες διαλέκτους και προσμίξεις ή δάνειες λέξεις από άλλες γλώσσες. Οι λαικοί μύθοι για τον Μέγα Αλέξανδρο και την γοργόνα ή για τον μαρμαρωμένο βασιλιά ή για τον Διγενή Ακρίτα καθώς και άλλοι, αποδεικνύουν το βάθος μέσα στα χρόνια μίας διαμορφούμενης εθνικής συνείδησης που μπορεί να έχει αναφορές στο γένος και όχι στο έθνος, είναι ωστόσο κατ ουσίαν εθνική. Το ίδιο συμβαίνει με τις παραδόσεις και τα τραγούδια, τα δημοτικά τραγούδια που δεν μπορεί κανένας να αμφισβητήσει ούτε για την Ελληνική γλώσσα τους ούτε για τους πόθους περί ελευθερίας και αγώνα που προάγουν.
Ο ιστορικός ερευνητής θα είχε την δυνατότητα να προσθέσει πολλά περισσότερα επ αυτού και να αναλύσει περαιτέρω τις συνθήκες που οδήγησαν στην εμπέδωση από πλευράς των Ελλήνων της εθνικής διαφορετικότητάς τους και πότε ακριβώς άρχισε να συμβαίνει αυτό. Θα είχε επίσης την δυνατότητα να αναφερθεί τεκμηριωμένα στον τρόπο με τον οποίον Βλάχοι, Αρβανίτες και άλλοι εξελληνίστηκαν και αποτέλεσαν αναπόσπαστο μέρος αυτού του λαού Προσωπικά όμως θέλω να επισημάνω τον ρόλο που δύναται να παίξει η λαική παράδοση σε όλες τις εκφάνσεις της έτσι ώστε να είμαστε βέβαιοι για το παρελθόν μας ως Έλληνες. Η μεγαλύτερη απόδειξη της ύπαρξης μας, της διαδρομής μας, της συνέχειας, της συνείδησής μας ως έθνους είναι οι μύθοι από στόμα σε στόμα και από γενιά σε γενιά, η γλώσσα μας, τα δημοτικά τραγούδια και τα παλιά καθημερινά αντικείμενα, τα αρχαία απομεινάρια τα διάσπαρτα σε τούτη τη γη, οι ονομασίες των τόπων μας που πολλές φορές αναδεικνύουν την πολυπλοκότητα της διαδρομής αλλά και την ουσία της ιστορίας μας. Ακόμα και αν θεωρήσει κανείς ότι μετά την ίδρυση του Ελληνικού κράτους ακολουθήθηκαν συνειδητά πολιτικές ώστε να εκπαιδευτεί ο λαός σε μία τύποις Ελληνικότητα, δεν θα τολμούσε ποτέ κανείς να αμφισβητήσει την ουσιαστική Ελληνικότητα της λαικής παράδοσης. Σίγουρα δεν είμαστε ένας λαός αναλλοίωτος μέσα στους αιώνες. Μα όπως περίπου είπε και ο Σεφέρης… μιλάμε Ελληνικά, νανουρίζουμε τα παιδιά με παραμύθια για τον Μεγαλέξανδρο και συγκλονιζόμαστε κάθε φορά με την γέννηση και το δράμα του Θεανθρώπου.
Τιμή και δόξα στους αγωνιστές του 1821 λοιπόν. Στους τρελούς που έκαναν το θαύμα μίας τεράστιας τομής στην ιστορία. Που έδωσαν στην παλιγγενεσία αληθινό νόημα και πραγματική υπόσταση. Που θυσιάστηκαν για τα εθνικά και τα κοινωνικά ζητούμενα εκατομμυρίων ανθρώπων. Δεν μπορούμε παρά να είμαστε υπερήφανοι για εκείνους. Υπερήφανοι και φορτισμένοι ως Έλληνες. Υπερήφανοι και σίγουροι πάνω απ όλα ότι είμαστε Έλληνες. Σίγουροι όπως ήταν κι εκείνοι, και πολλοί άλλοι πριν από εκείνους, και άλλοι ακόμα πιο πριν… Χρόνια πολλά!
