” Καλύτερα μιας ώρας,
ελεύθερη ζωή ,
παρά σαράντα χρόνια σκλαβιά και φυλακή…..”

Ο στρατηγός της επανάστασης : ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗΣ

«Πρέπει να φυλάξετε την πίστη σας και να την στερεώσετε, διότι, όταν πιάσαμε τα άρματα είπαμε πρώτα υπέρ πίστεως και έπειτα υπέρ πατρίδος. Σε εσάς μένει να ισιώσετε και να στολίσετε τον τόπο, οποὺ εμείς ελευθερώσαμε· και, για να γίνει αυτό, πρέπει να έχετε ως θεμέλια της πολιτείας την ομόνοια, την θρησκεία και την φρόνιμον ελευθερία.»
Με το λάβαρο της νίκης

ΠΑΛΑΙΩΝ ΠΑΤΡΩΝ ΓΕΡΜΑΝΟΣ
«Να είστε, λοιπόν, αγαπημένοι. Οπλιστείτε με τον ζήλο του Θεού και πάρτε τα όπλα σας, διότι είναι προτιμότερο να πεθάνει κανείς πολεμώντας, παρά να ντροπιάσει τα ιερά της Πίστης του και την Πατρίδα του. …Η ιστορία και το μέλλον της Ελλάδας στηρίζονται πάνω στη Θρησκεία, στην Ελευθερία και στην Πατρίδα.»
ΑΓΙΟΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΡΙΠΟΛΙΤΣΑΣ
«Τα είχα αυτά που τώρα μου τάζεις Αγά μου. Τα είχα, κι είδα πως σκουπίδια ήτανε και τα πέταξα, όπως ταιριάζει με τα σκουπίδια. Εκείνο που θέλω είναι να φωνάξεις το ασκέρι σου, να τους το πεις πως μετάνιωσα, να το μάθουν οι άλλοι Χριστιανοί, να αναθαρρέψουν, να μου δώσουν συγχώρεση.»

Πλήρωσα τα μαλλιά της κεφαλής μου

Ο Έλληνας επί Τουρκοκρατίας πλήρωνε ακόμη και «τα μαλλιά της κεφαλής του». O ραγιάς υποχρεωνόταν να πληρώσει ένα ευφάνταστο και υπερβολικό φόρο που σχετιζόταν με το μήκος των μαλλιών του. Όσο μακρύτερα τα μαλλιά, τόσο ψηλότερος λέγεται ότι ήταν ο φόρος. Έτσι συχνά, οι μακρυμάλληδες έπαιρναν τα βουνά για να γλιτώσουν το μαλλί και φυσικά την τσέπη τους. Από αυτόν τον φόρο βγήκε και η παροιμιώδης φράση «χρωστά τα μαλλιά της κεφαλής του» ή «πλήρωσε τα μαλλιά της κεφαλής του», η οποία χρησιμοποιείται ακόμη και σήμερα.
Η παράδοση θέλει τους γενναίους οπλαρχηγούς της επανάστασης, όπως ο Κολοκοτρώνης και ο Καραϊσκάκης, να έχουν μακριά μαλλιά, ως ένδειξη περιφρόνησης προς τον Οθωμανό δυνάστη, του οποίου αμφισβητούσαν ευθέως την εξουσία.
Σαράντα παλικάρια

Αυτό το δημοτικό τραγούδι το συναντάμε σε πολλές παραλλαγές ανάλογα με τον τόπο που τραγουδιέται. Η επικρατέστερη εκδοχή όμως είναι ότι αναφέρεται σε μία ομάδα κλεφτών που έρχεται από την Λιβαδειά (από την λέξη λιβάδι), περιοχή του χωριού Λεονταρίου Αρκαδίας (που έχει πολλά λιβάδια), το οποίο είναι κοντά στην Τρίπολη (Τριπολιτσά).
Η Τριπολιτσά που ήταν η μεγαλύτερη πόλη του Μοριά, αποτελούσε πάντοτε στόχο για τις κλέφτικες ομάδες από τα προεπαναστατικά χρόνια ακόμα. Έτσι ένα σώμα από σαράντα κλέφτες ξεκινούν να πάνε να «πατήσουν» δηλ. να ελευθερώσουν την πόλη. Στο δρόμο συναντούν έναν πολύ έμπειρο, αλλά γέροντα κλέφτη. Δεν θέλουν για βοήθεια τόσο τις σωματικές του δυνάμεις όσο τις σοφές συμβουλές του, καθώς είναι χρόνια «στο κλαρί» δηλ. στην κλέφτικη ζωή στα βουνά. Αυτός όμως τους λέει ότι γέρασε πια και δεν θα τους φανεί χρήσιμος. Αλλά δεν τους αφήνει έτσι. Τους προτείνει τον γιο του που ξέρει καλά τα μονοπάτια και είναι εξίσου ικανός με τον ίδιο. Ήταν τιμή και μεγάλη χαρά για έναν πατέρα να γίνει ο γιος του αγωνιστής για την ελευθερία και να ενταχθεί σε μία κλέφτικη ομάδα. Η παράδοση λέει ότι αυτός ο γέρος ήταν ο Σταματέλος Τουρκολέκας από το χωριό Τουρκολέκα του Λεονταρίου, γνωστός κλέφτης που σκοτώθηκε το 1805. Ο Σταματέλος ήταν πατέρας του Νικηταρά που αυτόν προσφέρει για στρατολόγηση.
