Σκέψεις

Η Ελλάδα παραμένει διαβρωμένη…

Γράφει ο Κώστας Στουπας

1) Η Ελλάδα παραμένει διαβρωμένη…
“Η Ελλάδα χρειάζεται ένα επενδυτικό σοκ προκειμένου να αυξήσει το διαβρωμένο κεφαλαιακό απόθεμα, την παραγωγικότητα και να ξεπεράσει την υστέρηση της παραγωγής της”. Όχι δεν πρόκειται γι’ άλλη μια επιφυλακτική ή δυσοίωνα απαισιόδοξη παρατήρηση της στήλης για την ελληνική οικονομία.


Πρόκειται για μέρος της εισαγωγικής ομιλίας του διοικητή της Τραπέζης της Ελλάδας πριν από λίγες μέρες στην ειδική ημερίδα που διοργάνωσε η ΤτΕ με θέμα “Επενδύσεις στην Ελλάδα στη μετά COVID εποχή”.

Μεταξύ άλλων: “Ο διοικητής της ΤτΕ υπογράμμισε ότι το επενδυτικό χάσμα στη χώρα μας σε σχέση με τις υπόλοιπες χώρες της Ζώνης του Ευρώ παραμένει υψηλό, καθώς οι επενδύσεις στην Ελλάδα ήταν κοντά στο 12% του ΑΕΠ, ενώ ο μέσος όρος της Ευρωζώνης ήταν σχεδόν 22%…”

Ελπίδες για έξοδο της Ελλάδας από τις συνθήκες που την οδήγησαν στη χρεοκοπία του 2010 αλλά και για σύγκλιση με τον μέσο όρο της Ε.Ε. θα υπήρχαν μόνο αν συνέβαινε το αντίστροφο. Τουτέστιν, αν η Ελλάδα είχε υψηλότερο ρυθμό επενδύσεων από αυτόν της Ευρωζώνης.

Οι εκτιμήσεις της ΤτΕ ανεβάζουν τον ρυθμό αύξησης του δυνητικού ΑΕΠ την προσεχή 10ετία στο 2%.

Οι εκτιμήσεις της ΤτΕ ανεβάζουν τον ρυθμό αύξησης του δυνητικού ΑΕΠ την προσεχή 10ετία στο 2%, με εντονότερη τάση τα επόμενα χρόνια. Άμεση σημασία, όπως ανέφερε ο κ. Στουρνάρας, έχει η διατήρηση της παροχής πιστώσεων στην πραγματική οικονομία, η αποκατάσταση της δημοσιονομικής βιωσιμότητας καθώς η οικονομία ανακάμπτει και η περαιτέρω μείωση του υψηλού αποθέματος των μη εξυπηρετούμενων δανείων, έτσι ώστε μεσοπρόθεσμα να καλυφθεί το μεγάλο επενδυτικό χάσμα. Ιδιαίτερη πρόκληση συνιστά, όπως υπογράμμισε ο κ. Στουρνάρας, “η δημιουργία νέων τραπεζικών προϊόντων για την παροχή πιστώσεων σε βιώσιμες μικρομεσαίες επιχειρήσεις οι οποίες, για διάφορους λόγους, αντιμετωπίζουν δυσκολίες πρόσβασης στην τραπεζική πίστωση”.

Μεταξύ άλλων στοιχείων που έχουν ενδιαφέρον από την έρευνα της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων την οποία παρουσίασε η οικονομολόγος Ντέμπορα Ρεβολτέλα είναι η “ασθενική” για τη χώρα μας μεταβολή του κλίματος.

Οι επιχειρήσεις που μετείχαν στην έρευνα δήλωσαν μεν πιο αισιόδοξες σε σχέση με τις βραχυπρόθεσμες προοπτικές αλλά οι επενδυτικές προθέσεις στη μετά-Covid εποχή εμφανίζονται ασθενικές.

Στις επενδυτικές προτεραιότητες των επιχειρήσεων, σύμφωνα με την έρευνα της ΕΤΕπ πριν από την ουκρανική κρίση, είναι:

α) η εισαγωγή νέων προϊόντων ή υπηρεσιών σε ποσοστό 35% – υψηλότερα από τον μέσο όρο της Ε.Ε., που διαμορφώνεται στο 26%.

β) Η αντικατάσταση υφιστάμενων κτιρίων και εξοπλισμού σε ποσοστό 27% και η επέκταση της παραγωγικής ικανότητας σε ποσοστό 21%, προτεραιότητες που βρίσκονται χαμηλότερα από τον μέσο όρο της Ε.Ε., που διαμορφώνεται στο 33% και 32%, αντιστοίχως.

γ) Στην έρευνα σημειώνεται επίσης το αυξημένο ποσοστό των επιχειρήσεων σε σχέση με την έρευνα του 2020 (18% έναντι 12%) που δηλώνουν ότι δεν έχουν προγραμματισμένες επενδύσεις.

Τα στοιχεία αυτά περί τα 12 χρόνια μετά τη χρεοκοπία του 2010 καταδεικνύουν την αποτυχία μεταρρύθμισης του οικονομικού μοντέλου που χρεοκόπησε και την προσέλκυση επενδύσεων ικανών να ανατάξουν την φθίνουσα πορεία της ελληνικής οικονομίας.

Τούτο δεν είναι πρόβλημα αποκλειστικά της παρούσας κυβέρνησης αλλά γενικότερα του πολιτικού σκηνικού της χώρας αλλά και της ελληνικής κοινωνίας που δεν έχει μετασχηματίσει το τοπίο έτσι ώστε αυτό να καταστεί ελκυστικό για τις κατάλληλες επενδύσεις οι οποίες θα αντιστρέψουν την πορεία της.

Την αδυναμία αυτή θα τη βρούμε μπροστά μας και μάλιστα σύντομα…

Αρκετοί πιστεύουν πως τα κεφάλαια από το Ταμείο Ανάκαμψης που έχουν αρχίσει να εισρέουν θα αλλάξουν την εικόνα της ελληνικής οικονομίας τα επόμενα χρόνια. Η στήλη έχει επισημάνει τις αμφιβολίες της γι’ αυτό. Σπάνια χρήματα επιδοτήσεων και επιδομάτων τοποθετούνται σωστά, αποδοτικά και παραγωγικά. Αν συνέβαινε αυτό η Ελλάδα με τόσες δεκάδες δισεκατομμυρίων που έχουν εισρεύσει μετά το 1980 θα είχε μεταμορφωθεί σε “τίγρη” της Νότιας Ευρώπης. Αντ’ αυτού μοιάζει με ψόφια γάτα…

Πριν από λίγες μέρες η ΕΛΣΤΑΤ δημοσιοποίησε τα στοιχεία για την πορεία της ελληνικής οικονομίας το 2021.

“Σύμφωνα με την πρώτη εκτίμηση της ΕΛΣΤΑΤ το Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν (ΑΕΠ) για το σύνολο του 2021, σε όρους όγκου ανήλθε σε 181 δισ. έναντι 167,1 δισ. το 2020, αυξημένο κατά 8,3%. Τούτο σημαίνει πως επιστρέψαμε στα επίπεδα του 2019.

Από τα πλέον ενδιαφέροντα στοιχεία είναι η έκρηξη των διδύμων ελλειμμάτων, του δημοσιονομικού και του εμπορικού, με μεγέθη που θυμίζουν έντονα την περίοδο πριν το 2010.

Ενδιαφέρον έχει μια παρατήρηση που δημοσιοποίησε ο Επικεφαλής Οικονομολόγος του Ομίλου της Eurobank, Τάσος Αναστασάτος σχετικά με επιταχυνόμενη αύξηση των εισαγωγών αγαθών και υπηρεσιών: “Το φαινόμενο αποδεικνύει τη μεγάλη εξάρτηση από τις εισαγωγές, τόσο της κατανάλωσης, όσο και της ελληνικής παραγωγής σε εισαγόμενες πρώτες ύλες και ενδιάμεσα αγαθά.”

Αποτελεί διαχρονική, δομική αδυναμία του ελληνικού ΑΕΠ οι περίοδοι ανάπτυξης να συνοδεύονται από ελλείμματα του εξωτερικού ισοζυγίου.

Γεννάται το ερώτημα εάν το ελληνικό αναπτυξιακό υπόδειγμα έχει μεταρρυθμιστεί επαρκώς ώστε να παράγει βιώσιμη ανάπτυξη χωρίς ταυτόχρονα να δημιουργεί ελλείμματα στο Ισοζύγιο Τρεχουσών Συναλλαγών.

Το ζήτημα θα μας απασχολήσει και την παρούσα χρονιά, έτι περαιτέρω μετά τις μεγάλες αυξήσεις στις τιμές της ενέργειας.

2) Αναζητώντας τον “πυθμένα”…
Το κλίμα στις χρηματιστηριακές αγορές έχει αρχίσει να μεταστρέφεται. Μετά τα ιστορικά υψηλά περί τα Χριστούγεννα για τον S&P 500 και το Νοέμβριο για τον DAX αμφότεροι οι δείκτες κινούνται τώρα χαμηλότερα, με τον “γερμανό” να έχει διασπάσει τις στηρίξεις και να εμφανίζει χαρακτηριστικά ελεύθερης πτώσης. Το ελληνικό χρηματιστήριο ακολούθησε τελευταίο στην άνοδο σημειώνοντας την υψηλότερη τιμή περί τα τέλη Φεβρουαρίου. Μοιάζει προφανές πως κάποια κεφάλαια που βγήκαν νωρίτερα από πιο μεγάλες αγορές πραγματοποίησαν ένα βραχύβιο κερδοσκοπικό πέρασμα από κάποιες περιφερειακές περιθωριακές αγορές με την “αβάντα” διαφόρων εκθέσεων.

Το επόμενο έργο που θα παιχτεί είναι το: “Αγόρασε στον πυθμένα”. Λογικά η πτώση που βρίσκεται σε εξέλιξη κάποια στιγμή να προκαλέσει ανοδική αντίδραση λόγω υπερπωλημένων θέσεων.

Το παρελθόν μας δείχνει πως τέτοιες αντιδράσεις κρατάνε μερικούς μήνες και ενίοτε δίνουν και καλές αποδόσεις αλλά για όσους διαθέτουν εμπειρία και ευελιξία.

Μετά συνήθως ακολουθεί το σκότος…

Στην πτώση του 2000 π.χ. ο NASDAQ στην αρχική φάση έχασε 36% της αξίας του. Μετά ακολούθησε μια πολύμηνη ανοδική αντίδραση κατά 32% και μετά άλλη μια πτώση κατά 66% ή 71,8% από τα υψηλά.

Στην πτώση του 2008 στην αρχική φάση η πτώση έφτασε το 21,8%. Μετά ακολούθησε ανοδική αντίδραση κατά 13% και μετά πτώση κατά 48% ή 53% από τα υψηλά…

Με βάση το κλείσιμο της Παρασκευής οι απώλειες του Nasdaq ήταν περί το 17%.

Πηγή: capital

Related posts

Πανδημία, πόλεμος και εκτίναξη τιμών: Ποιες είναι οι απειλές για την παγκόσμια οικονομία;

4press

Μήνυμα του πάπα Φραγκίσκου στις… πεθερές: Προσέξτε τη γλώσσα σας

4press

Κορκίδης: Πώς και πόσο μπορεί η αγορά να περιορίσει τις φθινοπωρινές αυξήσεις των τροφίμων

4press