Σκέψεις

Τσάι: η συνάντηση της Δύσης και της Ανατολής

Γράφει η Κωνσταντινοπούλου Βασιλική (Βίκη)

Η 21η Μαΐου έχει οριστεί από τον Οργανισμό των Ηνωμένων Εθνών (ΟΗΕ εφεξής) ως η διεθνής ημέρα τσαγιού. Η λέξη τσάι προέρχεται από την κινέζική λέξη 茶 (chá). Η ονομασία του αλλάζει από τσάι σε τεΐον από χώρα σε χώρα ανάλογα με τον τρόπο που έφθασε σε αυτήν το ίδιο το αγαθό. Στις χώρες που πήγε μέσω θαλάσσης το ονομάζουν “tea” ενώ σε αυτές που πήγε μέσω «το δρόμο του μεταξιού» δηλαδή ηπειρωτικά ονομάζεται “cha”. Στη βοτανολογία είναι γνωστό με το επιστημονικό του όνομα «camelia sinensis».

Η ιστορία της τεϊοποσίας ξεκινά σύμφωνα με το μύθο γύρω στο 2737 π.Χ. όταν ο αυτοκράτορας Shen Nong, στη διάρκεια μιας περιοδείας του στην αυτοκρατορία, σταμάτησε να ξεκουραστεί και διέταξε τους ακόλουθους του να βράσουν νερό – ως μέτρο υγιεινής – από τις πηγές ενός ποταμού για να πουν, τότε αποξηραμένα φύλλα από ένα τεϊόδεντρό έπεσαν στο βραστό νερό. Ο αυτοκράτορας θέλησε να δοκιμάσει το παρασκεύασμα λόγω του ευχάριστου αρώματος που αναδυόταν από αυτό. Σε ένα από τα αρχαιότερα κείμενα της Κίνας «Τα χρονικά του Huayang» αναφέρεται ότι οι άνθρωποι από την περιοχή Μπα στην περιφέρεια Sichuan πρόσφεραν στον βασιλιά Zhou τσάι. Αργότερα με την κατάκτηση της περιφέρειας από τη δυναστεία των Qin, το τσάι άρχισε να διαδίδεται όλο και περισσότερο στην τότε αυτοκρατορία της Κίνας.


Στην Ευρώπη φαίνεται να φθάνει το 1607 με πλοία της Ολλανδικής εταιρείας των Ανατολικών Ινδιών. Το 1636 φθάνει στη Γαλλία και στην Αγγλία το 1650. Φαίνεται πως η Αικατερίνη Μπραγκάνσα μετά το γάμο της με τον Κάρολο Β’ βασιλιά της Αγγλιάς, είναι αυτή που εισάγει στη βασιλική αυλή τη συνήθεια της τεϊοποσίας. Η κατανάλωση του τσαγιού από το ευρύ κοινό συμβαίνει αρκετά αργότερα όμως, στα τέλη του 17ου αιώνα. Το λαθρεμπόριο του τσαγιού ήταν αυτό που κατέστησε το τσάι προσιτό, καθώς η φορολογία του ήταν πολύ αυξημένη. Το 1773 με την Πράξη του Τσαγιού η Μεγάλη Βρετανία ευελπιστεί ότι θα διασώσει την οικονομικά εξασθενημένη Εταιρεία Ανατολικών Ινδιών φορολογώντας παράλληλα ακόμη πιο βαριά τις αποικίες τους. Το αποτέλεσμα ήταν οι άποικοι να μην αγοράζουν τσάι πλέον από την Εταιρεία Ανατολικών Ινδιών και το Δεκέμβριο του ίδιου έτους, βρετανοί αξιωματούχοι αρνούνται να επιστρέψουν στην Μεγάλη Βρετανία τρία φορτηγά πλοία με φορολογημένο τσάι. Το φορτίο πετάγεται στο λιμάνι της Βοστώνης και μαζί του ξεκινά μια σειρά από γεγονότα που θα οδηγήσουν στην Αμερικάνικη επανάσταση.


Αξίζει να σημειωθεί ότι στην Ιαπωνία του 15ου αιώνα η τεϊοποσία εξυψώνεται σε θρησκεία αισθητισμού, τον Τεϊσμό. Εκείνη την περίοδο, ο Βουδισμός, ο Ταοϊσμός και ο Κομφουκιανισμός έψαχναν ένα κοινό σημείο να απαντηθούν και αυτό το βρήκαν πάνω από μία κούπα τσάι. Ο Τεϊσμός, όπως μας πληροφορεί ο Οκακούρα Κακούζο στο «Βιβλίο του Τσαγιού» είναι: «μια λατρεία βασισμένη στο θαυμασμό του ωραίου μέσα στα ποταπά περιστατικά της καθημερινής ύπαρξης.» Στην ουσία είναι μια φιλοσοφία γύρω από την αισθητική και την πρακτική της κουλτούρας της τεϊοποσίας.

Η τελετή του τσαγιού τελειοποιήθηκε ως μία τέχνη, μέσω της οποίας κάποιος μπορεί να κατακτήσει τις αρχές του Ζεν. Οι τέσσερις αρχές είναι η αρμονία, o σεβασμός, η καθαριότητα και η ηρεμία. Κάθε κίνηση είναι μελετημένη και τίποτα δεν αφήνεται στην τύχη. Οι τελετές πραγματοποιούνταν σε ειδικά δωμάτια που είχαν κατασκευαστεί γι’ αυτό το σκοπό. Η αίθουσα του τσαγιού στην Ιαπωνία ονομάζεται «σουκιγιά» που σημαίνει «οίκος της αρεσκείας». Κάποιοι δάσκαλοι του τσαγιού άλλαξαν τους κινέζικους χαρακτήρες σύμφωνα με την προσωπική αντίληψή του ο καθένας και έτσι μπορούσε να σημαίνει και «οίκος του κενού» ή «οίκος του ασύμμετρου». Ο «οίκος της αρεσκείας» αναφέρεται στο ότι η αίθουσα του τσαγιού είναι φτιαγμένη για το δάσκαλο και όχι ο δάσκαλος για την αίθουσα, επίσης δεν προορίζεται για τις μέλλουσες γενιές, είναι εφήμερη. Ο «οίκος του κενού» εκφράζει την απλότητα της αίθουσας, είναι εντελώς άδεια, εκτός από ότι μπορεί να τοποθετηθεί εκεί προσωρινά. Τέλος, ο «οίκος του ασύμμετρου» θέλει να δηλώσει τη λατρεία του ατελούς, το να αφήνεις κάτι εσκεμμένα ημιτελές, ώστε η τελειότητα να αναζητάτε στην προσπάθεια και όχι στο αποτέλεσμα. Η ομορφιά θα άνηκε σ’ αυτόν που θα ολοκλήρωνε νοερά, το ανεκπλήρωτο.
Για μία επιτυχημένη κούπα τσάι, οι ανατολίτες δάσκαλοι του τσαγιού έδιναν σημασία στην πηγή που μάζευαν νερό. Ο Λου Βου, στο έργο του «Τσα Κινγκ» αναφέρει ότι η ορεινή πηγή είναι η καλύτερη για τη συλλογή του νερού, έπειτα αναφέρει το νερό από το ποτάμι και τέλος το νερό που αναδύεται από τις απλές πηγές. Η διαδικασία του βρασμού είχε τρία στάδια, στην πρώτη βράση πρόσθεταν αλάτι, στη διάρκεια της δυναστείας των Σουγνκ παύει η χρήση του αλατιού, οριστικά. Τα φύλλα του τσαγιού προστίθενται στο τρίτο στάδιο όταν το νερό έχει πάρει την τελική του βράση, συνήθως έριχναν ένα κύπελλο κρύο νερό για να κάτσει το τσάι και να ανανεωθεί το νερό.
Ο αυτοκράτορας Κάϊ Σιουνγκ στην πραγματεία του για το τσάι αναφέρει περίπου είκοσι είδη τσαγιού. Θα αναφέρουμε μερικά από τις πιο γνωστές ποικιλίες. Οι τρείς κύριες κατηγορίες είναι: το μαύρο, το πράσινο και το άσπρο. Έχουμε επίσης, το oolong, το rooibos, το ελληνικό τσάι και το βοτανικό μαζί με μια πληθώρα σπάνιων ειδών. Οι ποικιλίες προκύπτουν από την επεξεργασία των φύλλων και την χώρα παραγωγής. H βασική κατηγοριοποίηση σε μαύρο, πράσινο και λευκό αφορά τη συλλογή των φύλλων από το τεϊόδεντρο σε διαφορετικές περιόδου. Το λευκό προέρχεται από το μάζεμα των νεαρών φύλλων στην κορυφή του φυτού που γίνεται νωρίς την Άνοιξη και έχει την λιγότερη επεξεργασία, το πράσινο γίνεται από τα λίγο πιο ώριμα φύλλα και τέλος το μαύρο τσάι έχει την περισσότερη επεξεργασία, είναι πλήρως ζυμωμένο και είναι αυτό που περιέχει την περισσότερη ποσότητα καφεΐνης.

Αν θα μπορούσα να προτείνω κάποιες ποικιλίες από την κάθε κατηγορία τότε αναμφίβολα για το λευκό θα σας ανέφερα το silver needle, αποτελείται από τις κορυφές του τσαγιού και επειδή μοιάζουν με ασημένιες βελόνες εξού και το όνομά του. Μια ακόμη αγαπημένη ποικιλία είναι το pai mu tan, που σημαίνει λευκή παιωνία το εθνικό φυτό της Κίνας και του αποδόθηκε αυτό το όνομα ως φόρο τιμής. Έχει μια πλούσια καβουρδισμένη γεύση και αποτελείται τόσο από τα φύλλα όσο και από τα μπουμπούκια του φυτού. Προχωρώντας στην ποικιλία των πράσινων, θα πρέπει να αναφέρω το προσωπικό αγαπημένο genmaicha. Το όνομα του σημαίνει «τσάι με ψημένο ρύζι» και είναι ακριβώς αυτό, περιέχει μαζί με τα φύλλα του τσαγιού ψημένους κόκκους ρυζιού που του δίνουν μια έντονη γεύση. Αναφέρεται ότι οι ταοϊστές μοναχοί όταν έκαναν νηστεία, κατανάλωναν μέσα στην ημέρα αρκετή από αυτή την ποικιλία γιατί δίνει μια αίσθηση πληρότητας. Τέλος, όσον αφορά ποικιλίες του μαύρου τσαγιού, θα σταθώ στο Αssam και στο Darjeeling, και τα δύο ινδικά προερχόμενα από τις συνονόματες περιοχές. Το τελευταίο προέρχεται τις πλαγιές των Ιμαλαίων, δεν μπορεί να αναπαραχθεί πουθενά αλλού στον κόσμο και έχει μια ιδιαίτερη γεύση, φέρει μια λεπτότητα στο στόμα παρότι είναι μαύρο τσάι και εξ’ ορισμού πιο έντονο, η υφή του θυμίζει την απαλότητα των λουλουδιών. Συνιστάται η κατανάλωση τους δίχως πρόσθετα υλικά, όπως ζάχαρη, μέλι, λεμόνι ή και γάλα, αλλά αυτό εξαρτάται από τις προτιμήσεις του καθενός.
Το τσάι είναι το δεύτερο αγαθό σε κατανάλωση μετά το νερό παγκοσμίως. Η καλλιέργεια του τσαγιού βοηθάει ιδιαίτερα στην οικονομία των αγροτικών περιοχών της Ινδίας, της Κίνας, του Βιετνάμ, της Κορέας και της Ιαπωνίας μεταξύ άλλων. Πέραν της οικονομικής και πολιτικής του σπουδαιότητας, η πολιτιστική του διάσταση απηχεί μες τους αιώνες της ανθρώπινης ιστορίας καθώς έχει παίξει σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση της κουλτούρας διαφόρων εθνών, αποτελώντας αναπόσπαστό κομμάτι του πολιτισμού και των τεχνών. Ως αγαθό έχει φθάσει να εξυμνηθεί μέσω της θρησκείας και οι ευεργετικές του ιδιότητες μελετώνται παγκοσμίως έως και σήμερα.
Ο Οκακούρα Κακούζο, καλεί την ανθρωπότητα να απαντηθεί πάνω από μία κούπα τσάι, ή αλλιώς κούπα της οικουμένης όπως την ονομάζει. Σήμερα, με το θεριό του πολέμου να βρυχάται πάνω από τις περισσότερες περιοχές του πλανήτη, χρειάζεται περισσότερο από ποτέ ίσως, να βρούμε τις κοινές μας συνιστώσες, να ανακαλύψουμε εκ νέου τις πηγές των αξιών μας, να καθίσουμε εντός του οίκου του ασύμμετρου καθώς τίποτα στο ρου της ιστορίας δεν έρχεται σε τελείωση, απλώς συνεχίζεται διαρκώς και να συλλογιστούμε πάνω από το άρωμα της κούπας της οικουμένης τη συνύπαρξη μας. Αν είναι να πάμε κόντρα σε μία παράδοση, τότε ας ονειρευτούμε το μέλλον εντός του οίκου της αρεσκείας, ας χτίσουμε τις κοινές μας βάσεις για τις γενιές που θα μας ακολουθήσουν και είθε οι μόνες ταραχές που θα απαντήσουμε να είναι οι ταλαντώσεις του νερού καθώς έρχεται στη βράση του.

Σύντομο Βιογραφικό
Η Κωνσταντινοπούλου Βασιλική (Βίκη) ολοκλήρωσε το μεταπτυχιακό της στο τμήμα Ψηφιακών Συστημάτων του Πανεπιστήμιού Πειραιώς πάνω στο «Δίκαιο και Τεχνολογίες Πληροφορικής και Επικοινωνιών». Είναι πτυχιούχος του τμήματος Θεολογίας του Εθνικού Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών. Από το 2020 ασχολείται ερασιτεχνικά με την τέχνη του κολλάζ και του mixed media. Έργα της έχουν δει τη δημοσιότητα στο γαλλικό τύπο ενώ παράλληλα έχει συμμετάσχει σε ομαδικές εικαστικές εκθέσεις. Αντλεί τη θεματολογία από τη διεπιστημονικότητα των σπουδών της και προσπαθεί να προάγει το διάλογο μεταξύ των επιστημών.

Related posts

Περί πυρκαγιών και οικολογικής ενσυναίσθησης…

4press

Γιατί η Μαριούπολη είναι πολύτιμη για τον Πούτιν

4press

Γιατί τα θύματα ενδοοικογενειακής βίας δε ζητούν βοήθεια – Τέσσερις ειδικοί εξηγούν

4press